Δημήτρης Κόκορης – «Μηρυκάζω τα μάταια λόγια». Σημειώσεις για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

«Μηρυκάζω τά μάταια λόγια»[1]
Σημειώσεις γιά τήν ποίηση τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ

 

Ἡ ποιητική φωνή τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ ἀνήκει στίς χαρακτηριστικότερες τῆς λεγόμενης «δεύτερης μεταπολεμικῆς γενιᾶς».[2] Ἡ προσπάθεια φιλολογικῆς διακρίβωσης τῆς πρώτης της λογοτεχνικῆς ἐμφάνισης μᾶς ὁδηγεῖ στό ἔτος 1956, ὅταν στό περιοδικό Καινούρια Ἐποχή δημοσιεύεται τό ποίημά της «Μοναξιά». Το ὅτι εἶχε νονό τόν Νίκο Καζαντζάκη εἶναι μία φωτεινή ρομαντικογενής ἔνδειξη προκαθορισμοῦ πνευματικῆς πορείας, ἀλλά τό πολυσύνθετο καί ἑλκυστικό – ποιητικό καί μεταφραστικό–  ἔργο τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ εἶναι ἐκεῖνο πού ἀποδεικνύει τή γόνιμη καί πολυδύναμη πνευματική της παρουσία.

Τά ποιήματά της μεταφράστηκαν σέ περισσότερες ἀπό δέκα γλῶσσες καί ἀρκετά ἀπό αὐτά περιλαμβάνονται σέ πολλές ἀνθολογίες στήν Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό. Ἄς δοῦμε τίτλους καί χρονολογίες ἔκδοσης τῶν ποιητικῶν της συλλογῶν:

Λύκοι καί σύννεφα (1963), Ποιήματα ’63-’69 (1971), Μαγδαληνή, τό μεγάλο θηλαστικό (1974), The Body Is the Victory and the Defeat of Dreams (στά ἀγγλικά, 1975), Τά σκόρπια χαρτιά τῆς Πηνελόπης (1977), Ὁ θρίαμβος τῆς σταθερῆς ἀπώλειας (1978), Ἐνάντιος ἔρωτας (1982), Οἱ μνηστῆρες (1984. συλλογή πού τιμήθηκε μέ κρατικό βραβεῖο ποίησης), Beings and Things on their Own (στά ἀγγλικά, 1986), Ὅταν τό σῶμα. Ἐπιλογή, 1963-1988 (1988), Ἐπίλογος ἀέρας (1990), Ἄδεια φύση (1993), Λυπιοῦ (1995), Ὡραία ἔρημος ἡ σάρκα (1995), Ποιήματα Α΄, 1963-1977 (1997) –  Ποιήματα Β΄, 1978-1985 (1998) –  Ποιήματα Γ΄, 1986-1996 (1999) [συγκεντρωτικές ἐκδόσεις], Ἡ ὕλη μόνη (2001), Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος (2003), Στόν οὐρανό τοῦ τίποτα μέ ἐλάχιστα (2005). Μετέφρασε ἐπίσης πολλά σπουδαῖα λογοτεχνικά κείμενα στά ἑλληνικά: Το Κάτω ἀπό τό γαλατόδασος τοῦ Ντύλαν Τόμας, Ποιήματα τοῦ Ἀντρέι Βοζνισιένσκι, τό Πῶς φτιάχνονται τά ποιήματα τοῦ Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Τό ἡμέρωμα τῆς στρίγγλας τοῦ Οὐίλλιαμ Σαίξπηρ, Τά ποιήματα τοῦ βάλτου τοῦ Σέημους Χῆνυ, τόν Εὐγένιο Ὀνέγκιν τοῦ Ἀλεξάντρ Πούσκιν, ἐπιστολές τοῦ Νίκου Καζαντζάκη στά ἀγγλικά καί πολλά ἄλλα.

Στήν ποίηση τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ προέχει ὡς θεματική παράμετρος ἡ ἔμφυλη ὑπαρξιακή ἀναζήτηση. Δέν πρόκειται γιά ποίηση, ἡ ὁποία ἁπλῶς ἑστιάζει στή διαφορά τοῦ θήλεος ἀπό τό ἄρρεν, ἀλλά γιά μία ποίηση πού ἐκκινεῖ ἀπό λεπτή εὐαισθησία καί ὑποβλητική συναισθηματικότητα, στοιχεῖα, πoύ ἀντλοῦνται ἀπό μία δημιουργικά θεμελιωμένη θηλυκή ταυτότητα, καί προεκτείνονται στήν ὑπαρξιακή ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου γενικά, ἀγωνία πού ἐγκιβωτίζει τόν πόνο ἀπό τή συνειδητοποίηση τῆς ματαιότητας, τῆς θνητότητας, τῶν σκοτεινῶν σημείων τῆς καθημερινότητας καί ἐν γένει τῆς περιπέτειας τοῦ βίου.[3] Ἡ ποιητική φωνή υἱοθετεῖ τό βιβλικό προσωπεῖο τῆς Μαγδαληνῆς καί τονίζει στό ποίημα Μαγδαληνή, τό μεγάλο θηλαστικό:

 

Τίποτε δέ θ’ ἀποδείξω
μέ τή ζωή μου
γι’ αὐτό καί σ’ ἐρωτεύτηκα
θηλαστικό μιᾶς προϊστορίας
πού θά ‘ρθει
φαρμακωμένη ἀπ’ τόν τόσο σπόρο
μηρυκάζω τά μάταια λόγια
τοῦ ρόλου μου
– πάντα πώς θά πεθάνω σέ λίγα χρόνια
παίζω–
γι’ αὐτό καί σ’ ἐρωτεύτηκα.
Ὁ χρόνος μας εἶναι μετρημένος
θά ἐπιζήσουμε κι οἱ δυό
μετά τήν ἀποκαθήλωση
ἐγώ σέρνοντας
χρονοφαγωμένο τό σῶμα
καί ἐσύ μέ λάμψη πάντα
μέσ’ ἀπ’ τά βαθιά, μωρουδίστικα
τραγούδια τοῦ Μεσσία:

[...]
Μέ τόν ἔρωτα μαθαίνω
τί βάρος θά σηκώνεις ἐσύ πάντα

– θεός ἤ ἐπισκέπτης;–
μεταλαβαίνω τό σῶμα σου
τό νερωμένο αἷμα
γρατσουνισμένη ἀπ’ τά τόσα ἀντίθετα
θρησκεύομαι τή γοητεία
τό σχῆμα τῶν δοντιῶν σου
στό παλιό μας μῆλο.
Εἶμαι ἕνα βαθούλωμα
πού μύρισε λιβάνι·
ὅ,τι εἶσαι διαιωνίζεσαι
ὅ,τι ἐγώ σταματάει ἐδῶ
κι ἔμεινα χνάρι μοναδικό
στίς θεϊκές ἐπαναλήψεις.

 

Στό συγκεκριμένο ποίημα μέ ὄχημα τήν ποιητικά σκηνοθετημένη καί νεωτερικά δομημένη σχέση Μαγδαληνῆς-Χριστοῦ προσεγγίζεται ἡ ἱερότητα τῆς σωματικῆς σχέσης γυναίκας-ἄντρα.[4] Ὡστόσο, τό ἐρωτικό σῶμα ὡς κοιτίδα τοῦ βιώματος, ὁ ἔρωτας γενικά, ὁ χρόνος ὡς ἀναπόδραστη φθορά καί ὁ θάνατος ὡς ὑποφώσκουσα ἐπισφράγιση τῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας ἀποτελοῦν διαχρονικά ποιητικά θέματα καί οὐσιαστικά συγκροτοῦν καί τόν ὑπαρξιακό πυρήνα τῶν ποιημάτων τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ.[5]

Στήν ἀνέλιξη τῆς ποιητικῆς γραφῆς τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ ἀνιχνεύεται μία ἐσωτερική ἀλλαγή ταχύτητας. Ὁ Ἀλέξης Ζήρας ἐπισημαίνει: «περίπου ὥς τό 1985, τά ποιήματά της ἦταν περισσότερο ‛‛κλειστά’’ καθώς χρησιμοποιοῦσε πιό ἀφαιρετικά σύμβολα [...]». Μέ τή συλλογή Ἐπίλογος ἀέρας (1990) ἐνισχύονται τά ἀφηγηματικά στοιχεῖα, τά θέματα γίνονται χοϊκά» – »γήινα» θά μπορούσαμε ἐναλλακτικά νά ποῦμε– , «γίνονται πιό ἀναγνωρίσιμες οἱ σχέσεις τοπίου καί ὕπαρξης».[6] Ἡ ἄποψη εἶναι σέ γενικές γραμμές σωστή. Τό σκηνικό ἐκτύλιξης τῆς ποιητικῆς πλοκῆς φαίνεται πιό οἰκεῖο στά ποιήματα μετά τό 1990, τό ποιητικό κλίμα ἐνισχύεται ἀπό ἀγαπημένες μνῆμες, ἀλλά ἡ ὑπαρξιακή στόφα τῆς ἐναγώνιας μεταφυσικῆς ἀναζήτησης παραμένει, χωρίς νά ἐκπίπτει σέ πλαδαρούς συναισθηματισμούς καί σέ ρηχές ἁπλοϊκότητες. Τό ποίημα «Ἡ σχολική ἐκδρομή» (ἀπό τή συλλογή Ἐπίλογος ἀέρας) κλείνει, γιά παράδειγμα, μέ τούς στίχους:

 

Μαθαίνω νἀντιστρέφω τό κλάσμα τῆς πρωινῆς χαρᾶς
μέ τό δάχτυλο στό κουδούνι τοῦ σπιτιοῦ.
Τελείωσε, λέω, ἡ μέρα αὐτή,
πού στόν ὁρίζοντα τοῦ μέλλοντος γυάλιζε κάποτε,
πλησίασε, μεγάλωσε, ἦρθε, τελείωσε.
Ἔτσι θά ‘ναι καί μέ τή ζωή…
Πῶς πέρασες; Τί ἔγινε, ποῦ εἶναι τό πετσετάκι;
Τό ‘χασες; Ἡ μάνα μου ρωτάει.
Αὐτό ἦταν… πάει.

 

Ἡ ποίηση τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ εἶναι οὐσιωδῶς μοντέρνα, μιά καί συνομιλεῖ γόνιμα μέ ὅλους τούς ὅρους, ἀπό τούς ὁποίους ἀναδύεται ἡ αὔρα τῆς νεωτερικότητας.[7] Ὁ στίχος της εἶναι ἐλεύθερος μέ λίγες διάσπαρτες νησίδες ἔμμετρης ρυθμικότητας. Παράδειγμα ἀπό τό ποίημα «Στό δάσος» (ἀπό τή συλλογή Ἐνάντιος ἔρωτας): τόν ἐλεύθερο στίχο «στίς κρασάτες λιγοθυμιές τῶν φθινοπωρινῶν φύλλων» διαδέχεται ὁ ὑποβλητικός ἰαμβικός ἐννεασύλλαβος «Τό νόημά σου ἀναβλύζει». Τό λεξιλόγιο εἶναι ἁπλό καί καθημερινό, ἐνταγμένο στόν οἰκεῖο τόνο μιᾶς φυσικῆς συνομιλίας, τήν ὁποία δέν ἐπιβαρύνουν ἡ ἐκζήτηση καί ἡ λογοτεχνική πόζα. Ὑπάρχει, ἐπίσης, σέ κάθε ποίημα μία ἐλεγχόμενη σποραδική ὑπέρβαση τῆς ρεαλιστικῆς κανονικότητας, ὑπέρβαση πού σέ ἕνα ποσοστό ἀντιβαίνει τήν ἔλλογη τάξη, ἀλλά συμβάλλει στήν ἀνόρθωση τῆς συγκινησιακῆς δραστικότητας καί τῆς ἐσωτερικῆς ἀναδίφησης. Παράδειγμα ἀπό τό προαναφερθέν ποίημα:

 

Ἐρχόσουν πρός τό ἄνοιγμα τῶν δέντρων
πατώντας, πετώντας
πάνω ἀπό σταλαγματιές
γυαλιστερές θωπεῖες
στό ἀνυπόταχτο μαῦρο τῆς νύχτας…
Ἄ! ἡ νύχτα ἀχνίζει πίσω ἀπ’ τούς ὤμους σου
ἀχνίζει σέ φτεροῦγες
καί λάμπει μυστηριακά ἕνα τρίγωνο
στό στῆθος σου: στόχος ἐκθαμβωτικός
τῆς ὡραιότητας.

 

Ἀνιχνεύεται, τέλος, στά ποιήματα τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ μία ὑψηλόβαθμη δραματικότητα, ὑπό τήν ἔννοια τῆς πυκνῆς διαδοχῆς εἰκόνων, βιωμάτων, συναισθημάτων καί σκέψεων στό ἐσωτερικό τοῦ κάθε ποιήματος, γεγονός πού προικίζει τούς στίχους μέ ρυθμικότητα ἐσωτερικῆς φύσεως, ἡ ὁποία δέν ἐκπηγάζει, βέβαια, ἀπό τή σταθερή ἐναλλαγή τῶν τόνων καί ἀπό τά ὁμοιοτέλευτα.

Οἱ καλλιτέχνες συχνά ἐντρυφοῦν στήν ἴδια τους τήν τέχνη. «Ποιήματα ποιητικῆς» θεωροῦνται ἐκεῖνα τά ποιήματα, στῶν ὁποίων τόν θεματικό πυρήνα ἀνιχνεύονται οἱ μορφές τῶν ποιητῶν καί ἡ ψηλάφηση τῆς ποιητικῆς διαδικασίας. Ἕνα ἀπό τά καλύτερα ποιήματα τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ εἶναι ποίημα ποιητικῆς. Προέρχεται ἀπό τή συλλογή Ἄδεια φύση (1993) καί τιτλοφορεῖται «Σ’ ἕνα ταρατσάκι ὁ Σολωμός».

 

Σ’ ἕνα ταρατσάκι πίκρας λιθάρια στοιβάζοντας στό στῆθος σπουδάζει
ὁ μαῦρος Διονύσιος τό φῶς καί τίς ὑψηλές του διασυνδέσεις.

 

Τήν ἀγαπάει ὅπως τό σωστό. Τήν Ἑλλάδα. Ἐκεῖ τό δέρμα τοῦ ἔρωτα
λάμπει τέλειο σάν φύση.

 

Ἕνα ἄγγιγμα μόλις τῆς ζωῆς ἡ ἀγάπη καί χάθηκε ἡ ζωή. Θροΐζουν
τά φύλλα καί στρέφεται τό ἑρπετό νά πιεῖ νερό. Ἀδ… Ἀδ… Ἀδάμ.
Ἡ γυναίκα στό στόμα ἄδηλη.

 

«Δέ θά μέ αἰφνιδιάσει ποτέ ἡ Κυνηγός», εἶπε καί τά χέρια του
μύριζαν ἀκόμη φρέσκια ρίγανη ἀπ’ τήν τελευταία του περιπλάνηση.

 

Νυχτερινό καί ἀτσάκιστο ἔνδυμα. Ἴσως μέ κάτι λευκό θά ‘πρεπε
νά τό ξανοίξει. Τό σῶμα του γενικά τό βλέπει σάν ὡραῖο ἐπιχείρημα
γιά ν’ ἀπουσιάζει.

 

Ὁ ἕνας χρόνος μετά τόν ἄλλο τόν αἰχμαλωτίζει, ἐνῶ ὁ ἄπειρος χρόνος
τῆς ἐλευθερίας του τόν τυφλώνει. Μικρός ἀγάπησε τή μάνα του
σάν κάθε ζῶο πού ἀνατέλλει.

 

Οἱ ἥλιοι πού λατρεύει μές στή μέρα τόν καῖνε τή νύχτα. Τό πρωί
οἱ ὑπηρέτες τοῦ τραβᾶνε τά ριντό καί πέφτει στόν ὕπνο τοῦ κόσμου. Αὐλαία.

 

Τό σῶμα εἶναι γιά νά βγάζει σκέψεις ὅπως τό δάσος πουλιά
κι ἀνθισμένους κλώνους.

 

Ὁ μεγάλος ἐχθρός ὁ θάνατος (ἤ μήπως ὁ καλύτερός του φίλος;)
ἐμφανίστηκε στό ὄνειρό του μέ φανταχτερή ρεντινγκότα σάν φιδιοῦ
γυαλιστερή σάρκα. «Ποῦ τά βρῆκες αὐτά τά ροῦχα;» ρώτησε
ὁ κοιμώμενος καί τό ἄλλο ἔγινε γυναίκα καί τόν τύλιξε.

 

Τά σύνεργα τῆς τουαλέτας ἦταν ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπό τό δικαστικό ἀγώνα.
Χτένα ἀπό χελώνα καί καρφίτσες γιά τή γραβάτα πού μόλις
τίς συγκρατοῦσε γιά νά μήν τοῦ καρφωθοῦν στό λαιμό. Λίμες γιά τά νύχια
φονικές κι ἕνα λεκανάκι ἀπό ἐλεφαντόδοντο ὅπου στύβει, στύβει πανιά
μόβ.

 

Ἔκθαμβος κοιτάει τό δέρμα νά φεγγοβολάει τῆς φαρμακωμένης. Ἴσως
καί τό φῶς νά ‘χει πίσω του μιά δηλητηριασμένη ἱστορία.

 

Ἡ μέλισσα λένε χωρίς φύλο ἐνῶ πετάει πρός τά λουλούδια ἐρωτική.
Ὁ ποιητής χωρίς φύλο κι ἡ μοναξιά του σάν ἄνοιξη μυρίζει ξαφνικά
πιό ἔντονα ἀπό μιά μνήμη σαρκική πού θά ‘χε ταριχέψει.

 

Ὀξυδερκῶς ἡ ποιήτρια διεισδύει στήν καθημερινότητα καί στήν ψυχή τοῦ διαπρεποῦς ὁμοτέχνου της. Τόν παρουσιάζει ὑπό τήν προσωπική της ὀπτική γωνία, μέ τόν νεωτερικό της τρόπο καί τήν ὑψηλόβαθμη εὐαισθησία της. Ἀξιοποιεῖ τόν Σολωμό, γιά νά μιλήσει καί ἡ ἴδια γιά τήν καλλιτεχνική δημιουργία, γιά τή ζωή, γιά τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, γιά τό θάνατο. Μᾶς ὑπενθυμίζει διακριτικά ὅτι τελικά ἡ καλλιτεχνική δημιουργία – παρ’ ὅλες τίς ἀντιξοότητες, τά βάσανα καί τίς σκοτεινές ἀτραπούς τοῦ βίου–  μπορεῖ νά εἶναι μία μικρή, ἰδιότυπη νίκη τοῦ καλλιτέχνη-ποιητῆ ἀπέναντι στόν ἀμείλικτο χρόνο καί στόν ἀναπόδραστο θάνατο, ἀφοῦ τό ποίημα δυνάμει ἐνδέχεται νά ζεῖ καί νά συγκινεῖ, ἀκόμη καί ὅταν ὁ δημιουργός θά ἔχει κλείσει τόν βιολογικό του κύκλο. Ἡ Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ ἀποτίνει μέ τούς στίχους της καί ἕναν ρυθμολογικό φόρο τιμῆς στόν καλλιτεχνικό της πρόγονο. Στό νεωτερικό κλίμα τῆς προσωπικῆς της ποιητικῆς δέν ταιριάζει, βέβαια, ὁ αὐστηρά ἔμμετρος στίχος, στόν ὁποῖο ὁ Σολωμός διοχέτευσε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ποιητικῆς του πνοῆς. Ὑπάρχει ὅμως καί ὁ μακρός ἄμετρος στίχος, ὁ ὁποῖος ὡς λεκτική ποσότητα συμπυκνώνεται σέ μία μικρή παράγραφο. Αὐτός ὁ στίχος εἶναι βιβλικῆς προέλευσης, ἑπομένως καί μεταφυσικῆς ὑφῆς. Σέ τέτοιον στίχο – γιά τόν ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ὁ λατινογενής ὅρος verset–  ἔχει συντεθεῖ, γιά παράδειγμα, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, ἀλλά σέ αὐτή τή ρυθμική μονάδα ἔχει θεμελιωθεῖ καί ἕνα ἀπό τά ὑποβλητικότερα καί μεταφυσικότερα κείμενα τοῦ Σολωμοῦ, Ἡ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος.

Ἡ συμφιλίωση μέ τήν τραγικότητα τῆς ζωῆς καί ἡ συναίσθηση τοῦ «πεπερασμένου» τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μποροῦν νά συμβάλουν στήν ἀνάδυση καλλιτεχνικῶς δικαιωμένων ἔργων, καί ἡ ποίηση τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ τό ἀποδεικνύει περίτρανα. Ἡ ποίηση ὅμως, τόσο ὡς δημιουργία ὅσο καί ὡς ἀνάγνωση, δέν παύει νά εἶναι καί προσωπικό βίωμα, τό ὁποῖο ὡστόσο ἔχει τή δύναμη νά μᾶς συνενώσει, προσφέροντάς μας κοινό κώδικα συγκινησιακῆς δόνησης καί ἐπικοινωνίας. Ὅσο καί νά προσπαθοῦμε θεωρητικά νά προσεγγίσουμε καί νοηματικά νά ἑρμηνεύσουμε τήν ποίηση, ἕνα ἔλλειμμα – μικρότερο ἤ μεγαλύτερο–  πάντα θά ὑπάρχει. Τό γεγονός τῆς ἀνάγνωσης εἶναι πολύτιμο βίωμα γιά τόν καθένα μας, συναισθηματικά ἰσχυρό καί οὐσιαστικά ἀναντικατάστατο, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι πρέπει ἀβασάνιστα νά υἱοθετοῦμε γοητευτικές ἀλλά ὑπεραπλουστευτικές ἀπόψεις (π.χ., «ἕνα κείμενο γράφεται τόσες φορές, ὅσοι εἶναι καί οἱ ἄνθρωποι πού τό διαβάζουν»), οἱ ὁποῖες ἁπλῶς ἀποθεώνουν κάθε ἀνέλεγκτο ὑποκειμενισμό, ἐνῶ δέν ἀντέχουν σέ σοβαρό βιωματικό καί κριτικό ἔλεγχο. Οἱ φιλολογικές ἀναγνώσεις τῆς ποίησης, ἑρμηνευτικές καί κριτικές, ἐπιτελοῦν ρόλο λειτουργικό, ἀρκεῖ νά θυμόμαστε τή συνθετότητα τῆς ποιητικῆς διαδικασίας καί τό ὅτι ἡ βαθύτερη «γοητεία τῆς ποίησης πηγάζει ἀκριβῶς ἀπό ἐκεῖνο τό ἀσύλληπτο, τό μυστηριῶδες, τό ἀνεξιχνίαστο, πού τό αἰσθάνεται κανείς, ὡστόσο ἀδυνατεῖ [ἐπακριβῶς] νά τό ὁρίσει».[8]

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε σ’ αυτό το τεύχος.


[1] Στίχος ἀπό τό ποίημα «Μαγδαληνή, τό μεγάλο θηλαστικό».

[2] Τό κριτήριο ἔνταξης εἶναι συμβατικό ἀλλά καί γραμματολογικῶς παγιωμένο: σέ αὐτήν ἐντάσσονται ποιήτριες καί ποιητές, πού ἔχουν γεννηθεῖ ἀπό τό 1929 καί ἑξῆς, καί ἔχουν ἐμφανιστεῖ στά γράμματα κατά τήν περίοδο ἀπό τό τέλος τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ἕως καί τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’60. Βλ., γιά παράδειγμα, τήν πρόταση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἀργυρίου (Εἰσαγωγή στόν τόμο Νεωτερικοί ποιητές τοῦ Μεσοπολέμου, Σοκόλης, Ἀθήνα 1979, σ. 13), Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Ἡ λογοτεχνική δεκαετία τοῦ 1960», εἰσαγωγή στόν τόμο Ἡ ἑλληνική ποίηση –  Ἡ δεύτερη μεταπολεμική γενιά, Σοκόλης, Ἀθήνα, χ.χ., σ. 11-104, καί Ἀνέστης Εὐαγγέλου, Ἡ δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970). Ἀνθολογία, εἰσαγωγή Γιῶργος Ἀράγης, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994.

[3] Γιά τά βασικά χαρακτηριστικά τῆς ποιητικῆς τῆς Κατερίνας Ἀγγελάκη-Ρούκ βλ. ἐνδεικτικά, Ἄντεια Φραντζῆ, «Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ», Ἡ ἑλληνική ποίηση –  Ἡ δεύτερη μεταπολεμική γενιά, ὅ.π. (σημ. 2), σ. 346-361.

[4] Βλ. καί Κίρκη Κεφαλέα, Μή μοῦ ἅπτου! Ἡ εἰκόνα τῆς Μαγδαληνῆς στή νεοελληνική ποίηση, Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2004, σ. 104-105, 210-214.

[5] Οἱ ὑπαρξιακές κατευθύνσεις τῆς ποίησης τῆς Ἀγγελάκη-Ρούκ μέ ἄξονα τό ἐρωτικό σῶμα σέ σύγκριση καί ἀναλογία μέ τήν ποιητική τῆς Σύλβιας Πλάθ ἐξετάζονται ἀπό τή Susan Bohandy: «Defining the Self through the Body in Four Poems by Katerina Anghelaki-Rooke and Sylvia Plath», Journal of Modern Greek Studies, τεῦχος 12, 1994, σ. 1-36.

[6] Ἀλέξης Ζήρας, «Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ», Λεξικό Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας. Πρόσωπα –  ἔργα –  ρεύματα –  ὅροι, Πατάκης, Ἀθήνα 2007, σ. 8.

[7] Βλ. πρόχειρα, Δημήτρης Κόκορης, Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή καί νεωτερική ἔκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 16-25.

[8] Νάσος Βαγενᾶς, Ἡ εἰρωνική γλώσσα, Στιγμή, Ἀθήνα 1994, σ. 53.