Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Λυδία Τσουκόφσκαγια – Ἐπιμνημόσυνο

Λυδία Τσουκόφσκαγια

 

Ἐπιμνημόσυνο

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ

 

Πρόκειται γιά τή Λυδία Κορνέγιεβνα Τσουκόφσκαγια (κατά κόσμον Κορνεϊτσουκόβα Λυδία Νικολάγιεβνα) ἡ ὁποία γεννήθηκε στίς 11 Μαρτίου 1907 στήν Ἁγία Πετρούπολη καί πέθανε στίς 7 Μαρτίου 1996 στή Μόσχα. Ἡ Λυδία Τσουκόφσκαγια ἦταν ἐπιμελήτρια κειμένων, συγγραφέας, ποιήτρια, ἐπιφυλλιδογράφος, συγγραφέας ἀπομνημονευμάτων καί ἐπιφανής προσωπικότητα τοῦ κινήματος τῶν ἀντιφρονούντων τῆς ΕΣΣΔ, κόρη τοῦ συγγραφέα Κορνέι Τσουκόφσκι καί τῆς Μαρία Γκόλντφελτν. Τιμήθηκε μέ τό «Βραβεῖο Ἐλευθερίας» τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας τό 1980, μέ τό Βραβεῖο Σαχάροφ τό 1990 καί μέ τό Κρατικό Βραβεῖο τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας στό 1994. Στή Λυδία Τσουκόφσκαγια ἐμπιστεύονταν τά ἔργα τους πολλοί Ρῶσοι ποιητές καί λογοτέχνες. Σέ αὐτήν ὀφείλουμε πολλά ἀπό τά μεγάλα ἔργα πού ἔφτασαν μέχρι τίς μέρες μας. Ἡ Λυδία εἴτε τά ἀντέγραφε σέ πολλά χειρόγραφα ἀντίτυπα καί τά τοποθετοῦσε σέ διάφορες κρύπτες, εἴτε τά ἀποστήθιζε καί τά ἀνακαλοῦσε ἀπό τή μνήμη της σέ πιό πρόσφορους καιρούς. Ἔτσι ἔκανε μέ τά ποιήματα τῆς Ἀχμάτοβα καί τῆς Τσβετάγιεβα, μεταξύ τῶν ἄλλων. Στή Λυδία Τσουκόφσκαγια καί στήν ἀδελφή τῆς Μαρίνα Τσβετάγιεβα ὀφείλουμε πολλά, γιατί αὐτές συνέχισαν, σέ καιρούς ζοφερούς, τή μεγάλη ρωσική παράδοση τοῦ λογοτεχνικοῦ εἴδους τῶν ἀπομνημονευμάτων.

 

1

Στό τηλεγράφημα πού μοῦ ἔτεινε ἡ γειτόνισσά μου, ἔγραφε μέ μεγάλα γράμματα:

 

«Ὁ Ἀσέγιεφ καί ὁ Τρένεφ ἀρνήθηκαν τήν ἄδεια παραμονῆς».

 

– Ὄχι, ἀπαγορεύεται νά σταλεῖ τέτοιο τηλεγράφημα, εἶπα ἐγώ. Κι ἐσεῖς ἡ ἴδια λέτε ὅτι ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα βρίσκεται σέ ἄθλια κατάσταση. Καί νά σκεφτεῖς σέ ἀνώτατο ἐπίπεδο: ὁ Τρένεφ καί ὁ Ἀσέγιεφ! Καί νά σκεφτεῖς ὅτι μιλᾶμε γιά τήν πρωτεύουσα – τό Τσιστόπολ! Ἐδῶ δίνουν ἄδεια παραμονῆς σέ ὅλους τούς λογοτέχνες, χωρίς προϋποθέσεις! Ἀρκεῖ νά μήν ἔχουν στρατιωτικές ὑποχρεώσεις.

– Ἐσεῖς, γνωρίζετε τόν Τρένεφ ἤ τόν Ἀσέγιεφ; Θά πᾶτε νά τούς μιλήσετε; Χωρίς αὐτούς δέν γίνεται τίποτα. Στό Τσιστόπολ ἐκπροσωποῦν τό προεδρεῖο τῆς Ἕνωσης Συγγραφέων.

– Ἐδῶ δέν ξέρω σχεδόν κανέναν. Εἶμαι βλέπετε ἀπό τό Λένινγκραντ, δέν εἶμαι ἀπό τή Μόσχα… Κι ἐπιπλέον δέν εἶμαι μέλος τῆς Ἕνωσης, οὔτε καί μέλος τῆς Ἕνωσης τῶν Προσφύγων. Γιατί νά μέ δεχτοῦν ὁ Τρένεφ μέ τόν Ἀσέγιεφ; Πεῖτε μου, σᾶς παρακαλῶ, ἔχετε κάποια ἰδέα, γιά ποιό λόγο δέν θέλουν νά δώσουν ἄδεια παραμονῆς στήν Τσβετάγιεβα;

– Τί λέτε! Ἡ συνομιλήτριά μου ἀνοιγόκλεισε τά μεγάλα της μάτια κι ἄρχισε νά ψιθυρίζει: Μά δέν ξέρετε ποιά εἶναι;

– Ξέρω: ἡ Τσβετάγιεβα εἶναι μιά ποιήτρια πολύ ἰδιόμορφη καί δυνατή. Γιά ἕνα διάστημα ἦταν στήν ἐμιγκράτσια. Στή συνέχεια ἐπέστρεψε μέ δική της βούληση στήν πατρίδα. Ὁ σύζυγος καί ἡ κόρη της ἔχουν συλληφθεῖ. Ἀπέμεινε μέ τόν γιό της. Καί λοιπόν;

– Σσσσσς! – εἶπε ἀνήσυχη ἡ συνομιλήτριά μου. Μή μιλᾶτε δυνατά. Δέν εἴμαστε μόνοι μας.

Ὄντως, κάθε ἄλλο παρά μόνοι μας ἤμασταν. Τό στενάχωρο ἀποπνικτικό ταχυδρομεῖο ἦταν σχεδόν γεμάτο.

Ὁ τόπος πού ἐκτυλίσσεται ἡ δράση εἶναι τό Τσιστόπολ. Μιά μικρή κωμόπολη στήν ἀριστερή ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Καμά. Ἕνα ἀπό τά ἐπαρχιακά κέντρα τῆς Ταταρικῆς Αὐτόνομης Σοβιετικῆς Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας. Τό κέντρο δέν ἦταν καί τόσο κεντρικό: ἑκατόν σαράντα δύο χιλιόμετρα ἀπεῖχε ἀπό τήν πόλη Καζάν, ἐνενήντα χιλιόμετρα ἀπό τόν πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό. Ὁ χρόνος πού ἐκτυλίσσεται ἡ δράση: τά τέλη Αὐγούστου τοῦ 1941. Τά τέλη τοῦ δευτέρου μήνα τοῦ πολέμου.

Ἡ τυχαία συνομιλήτριά μου, ἡ Φλώρα Μωυσέγιεβνα Λέιτες, μιά γυναίκα μέ κατάμαυρα μαλλιά καί ἔντονα πολύχρωμο φόρεμα, στέκεται στή σειρά γιά τόν γκισέ, ὅπου ὑποβάλλονται τά τηλεγραφήματα, ἐνῶ ἐγώ στό γκισέ «post restant».

Ἔρχομαι καθημερινά μά μάταια: δέν ἔχω τίποτα ἀπό κανέναν. Δέν ὑπάρχει καμιά ἀπάντηση στίς ἀναρίθμητες ἐπιστολές μου.

Μέ τή Φλώρα Μωυσέγιεβνα Λέιτες μόλις πού γνωριζόμαστε. Στό Τσιστόπολ ἡ Ἕνωση Λογοτεχνῶν Μόσχας εἶχε μεταφέρει τόν παιδικό σταθμό τῶν συγγραφέων, τό γηροκομεῖο, τούς ἀνάπηρους συγγραφεῖς, τίς οἰκογένειες τῶν συγγραφέων. Οἱ οἰκογένειες τῶν λογοτεχνῶν τοῦ Λένινγκραντ διατάχθηκαν νά ἐγκατασταθοῦν ὅλες μαζί κοντά στό Γιαροσλάβ, στήν πόλη Γιαροσλάβ-Γιάμα. Ἐγώ βρέθηκα στό Τσιστόπολ καί ὄχι στό Γιαροσλάβ γιατί ὁ πόλεμος μέ βρῆκε ὄχι στό πατρῶο Λένινγκραντ, ἀλλά στή Μόσχα, ὅπου εἶχα ὑποβληθεῖ σέ μιά βαριά χειρουργική ἐπέμβαση. Ἀπό τήν πρώτη κιόλας ὥρα τοῦ πολέμου εἶχα μιά ἀκατανίκητη δίψα νά ἐπιστρέψω σπίτι μου, στό Λένινγκραντ, ἀλλά τόν Ἰούλιο τοῦ 1941 μέ ἀνεπούλωτο τραῦμα, μέ μόνιμους πόνους στήν καρδιά, νά προσπαθήσω νά πάω στό Λένινγκραντ καθισμένη πάνω στή στέγη ἑνός βαγονιοῦ ἦταν κάτι πού οὔτε τό σκεφτόμουν. (Πολύ περισσότερο πού ὁ δρόμος Μόσχα – Λένινγκραντ δεχόταν ἐπιθέσεις.) Ὅταν ἔνιωσα λίγο καλύτερα, ἐμένα, τή δεκάχρονη κόρη μου Λιούσια καί τόν τετράχρονο ἀνιψιό μου Ζένια –καί τούς τρεῖς μας ὑπό τήν ἐπίβλεψη τῆς γκουβερνάντας Ἴντα– μᾶς ἔστειλαν ἀπό τή Μόσχα μαζί μέ ἄλλες οἰκογένειες Μοσχοβιτῶν συγγραφέων στό Τσιστόπολ.

Στό δεύτερο δεκαπενθήμερο τοῦ Ἰουλίου οἱ Γερμανοί στήν ἐπίθεσή τους κατά τῆς Μόσχας κατέλαβαν τό Σμολένσκ, τό Ἔλν, τό Ροσλάβλ. Στράφηκαν κατά τοῦ Λένινγκραντ. Στίς ἀρχές Αὐγούστου ἀκούγαμε φῆμες ὅτι βρίσκονταν ἤδη στά περίχωρα τοῦ Κίεβου. Τή Μόσχα ἄρχισαν νά τή βομβαρδίζουν ὅσο ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ, τό ἴδιο καί τό ἀεροδρόμιο Βνούκοβο (μερικά χιλιόμετρα ἀπό τό Περεντέλκινο). Οἱ «τελευταῖες εἰδήσεις» πού δημοσιεύονταν στίς ἐφημερίδες, ἤ μεταδίδονταν ἀπό τό ραδιόφωνο, δέν ἦταν οὐσιαστικά οἱ τελευταῖες: οἱ Ἀρχές μέ χαρακτηριστική καθυστέρηση ἀνακοίνωναν στούς πολίτες τήν κατάληψη τῶν πόλεων, καί οἱ πολίτες, ὅπως ἔκαναν ἀπό παλιά, τρέφονταν κυρίως μέ φῆμες. Ἐπιπλέον τά μεγάφωνα τοῦ ραδιοφώνου ὑπῆρχαν μόνο σέ ὁρισμένες ὑπηρεσίες, στούς κεντρικούς δρόμους ἤ στίς πλατεῖες. Καί οἱ ἐφημερίδες κυκλοφοροῦσαν μέ καθυστέρηση.

Ἡ βασική μου ἐνασχόληση στό Τσιστόπολ: ἐκτός ἀπό τό νά στέκομαι στίς οὐρές γιά κηροζίνη ἤ παστά ψάρια, στεκόμουν στίς οὐρές γιά εἰδήσεις – γιά γράμματα. Στίς οὐρές οἱ περισσότερες ἦταν γυναῖκες πού περίμεναν νέα ἀπό τόν στρατό. Θέλω νά μάθω καί δέν ξέρω ποῦ εἶναι πλέον τά δύο ἀδέλφια μου: εἶναι καί οἱ δύο στό μέτωπο ἀλλά ποῦ; Ζοῦνε ἤ ὄχι; Ἔφυγαν ἀπό τή Μόσχα οἱ γονεῖς μου καί ποῦ πῆγαν; Μήπως τούς βομβάρδισαν ὅσο ἦταν στό διαμέρισμά μας στή Μόσχα ἤ μήπως στό τρένο πού τούς μετέφερε; Ποῦ νά βρίσκονται ὅλοι μου οἱ φίλοι ἀπό τό Λένινγκραντ; Τούς ἔχουν ἀπομακρύνει ἤ μήπως ἔμειναν καί σέ ποιά κατάσταση βρίσκεται τό Λένινγκραντ; Τό βομβαρδίζουν ἤ ὄχι; Τό κανονιοβολοῦν; Στό Τσιστόπολ, ἐκτός ἀπό ἐμένα δέν ἔχει ἄλλους ἀπό τό Λένινγκραντ, δέν ἔχω ποιόν νά ρωτήσω. Τό ταχυδρομεῖο ἔχει παραλύσει. Κάθε μέρα σέρνω τά πόδια μου μέσα στή μαύρη λάσπη, πού δέν στεγνώνει οὔτε κι ὅταν ἔχει καύσωνα. Σέρνομαι, νικώντας τήν ἀναπνοή μου καί μετράω τά βήματά μου ἤ γιά ἀλλαγή, τά παραθύρια τῶν μικρῶν σπιτιῶν – ἄν εἶναι μονά ἤ ζυγά. Θά ἔχω ἄραγε γράμμα σήμερα; Ἀπό ποιόν; Ἀπό κάποιον ἔστω… Κι ἄν ξαφνικά εἶναι ἀπό τό Λένινγκραντ;

Σήμερα τό τελευταῖο μου βῆμα ἦταν μονό. Πάει νά πεῖ θά ἔχω γράμμα. Ἡ Φλώρα Μωυσέγιεβνα μοῦ κάνει ἐρωτήσεις γιά τό τηλεγράφημα τῆς Τσβετάγιεβα τήν πλέον ἀκατάλληλη στιγμή: πρίν ἀπό μένα στό γκισέ εἶναι ὅλοι κι ὅλοι ἄλλοι τρεῖς. Τῆς ἀπαντῶ, σκεπτόμενη τά δικά μου.

– Καί τί νομίζετε πώς πρέπει νά κάνουμε; – μοῦ λέει ἡ Λέιτες. Νά τῆς στείλουμε τηλεγράφημα δέν πρέπει λέτε, τί ὅμως θά κάνουμε;

Νά ἐπιμείνουμε! Νά ἀσχοληθοῦμε! Ἡ Ἐλάμπουγκα εἶναι μιά τρύπα σάν τό Τσιστόπολ. Τί τήν ἐνδιαφέρει τήν Ἕνωση Συγγραφέων ποῦ θά ζήσει εἰδικά ἡ Τσβετάγιεβα; Εἶχε ἄδεια παραμονῆς γιά τή Μόσχα ἤ γιά τήν περιφέρεια τῆς Μόσχας, γιατί νά μήν τῆς δώσουν ἄδεια παραμονῆς γιά ἐδῶ;

Ἡ ἄδεια παραμονῆς στό Τσιστόπολ δέν ἦταν δύσκολη ὑπόθεση γιά τούς λογοτέχνες. Τό ἀτμόπλοιο ὅμως ἔφυγε ἀπό τή Μόσχα στίς 18 Ἰουλίου, φτάσαμε στό Τσιστόπολ, μέ ἀνταπόκριση ἀπό τό Νίζνι, στίς 6 Αὐγούστου καί μετά ἀπό δέκα μέρες εἴχαμε στά χέρια μας τήν ἄδεια παραμονῆς.

Ἀρχικά ἐμένα καί τήν οἰκογένειά μου, μαζί μέ ὅλους τούς νεοφερμένους, μᾶς ἐγκατέστησαν στό κτίριο τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου πού εἶχε μετατραπεῖ σέ κοινόβιο. Στή συνέχεια νοίκιασα ἕνα δωμάτιο κοντά στόν ποταμό Κάμα, σέ ἕναν ἀγροτικό δρόμο, πού ἔφερε τό ἠχηρό ἀλλά ἀταίριαστο γιά τή ρωσο-ταταρικό-τσουβάσια κωμόπολη: ὁδός Ρόζας Λούξεμπουργκ. Τό σοβιέτ τῶν προσφύγων μᾶς ἔδωσε βεβαίωση μέ τή σφραγίδα τῆς Ἕνωσης Συγγραφέων καί τίς ὑπογραφές τοῦ Τέρνεφ, τοῦ Ἀσέγιεφ καί κάποιου ἄλλου πού δέν θυμᾶμαι. Μιά τέτοια βεβαίωση ἔδωσαν καί σ’ ἐμένα. Βρές δωμάτιο καί πήγαινε στό δημοτικό συμβούλιο, στήν Τβεριακόβα. Αὐτή τίς ἐργάσιμες ἡμέρες καί ὧρες ἦταν πάντα στή θέση της. Εἶναι μιά ἔξυπνη καί καλοπροαίρετη γυναίκα. Ρωτοῦσε ποιός ἔχει παιδιά, τί ἡλικία ἔχουν, κανόνιζε ποιά οἰκογένεια θά μένει σέ ποιά ἰζμπά: ἤξερε ποιός ζεῖ σέ κάθε σπίτι, ποιός σπιτονοικοκύρης πίνει, ποιά σπιτονοικοκυρά εἶναι δύστροπη, ποιός ἔχει ἀγελάδα, ποιός ἔχει γίδα. Ὅταν ὁ νεοφερμένος ἔβρισκε δωμάτιο, ἐκείνη ἀμέσως ἔβαζε τή σφραγίδα. Ἀρκεῖ νά εἶχε βεβαίωση. Ἀπό τά ἐπίθετα τῶν συγγραφέων δέν γνώριζε κανέναν. Ἐννοεῖται πώς δέν εἶχε ἀκούσει ποτέ τίποτα καί γιά τήν Τσβετάγιεβα, ὅπως καί γιά ὁποιονδήποτε ἄλλο λογοτέχνη, εἴτε ἦταν ὁ Γκλαντκόφ, ὁ Τσουκόφσκι, ὁ Λέιτες ἤ ὁ Ἀλεξάντρ Τβαρντόφσκι.

Ὄχι, ὁ μονός ἀριθμός βημάτων ἀπό τήν ἴζμπα μέχρι τό ταχυδρομεῖο μέ ξεγέλασε καί αὐτή τή φορά. Δέν ἔχω γράμματα καί πάλι. Ἀπομακρύνομαι ἀπό τό γκισέ.

– Μέ τόν Λιάσκο μπορεῖτε νά μιλήσετε;

– Μέ τόν Λιάσκο; Ποιός εἶναι αὐτός; Δέν τόν ἔχω δεῖ ποτέ καί δέν ἔχω διαβάσει οὔτε μιά γραμμή δική του.

Ὡστόσο τό ἐπίθετο Λιάσκο –ἴσως ἐξαιτίας τῆς σύμπτωσης τῆς κατάληξης;– μοῦ ἔφερε στό μυαλό τόν Κβίτκο, ἕναν καλό μου γνώριμο, τόν ποιητή Λέβ Κβίτκο, πού ἦρθε στό Τσιστόπολ γιά μερικές ἡμέρες νά ἐπισκεφτεῖ τήν οἰκογένειά του. Πρίν φύγει, εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θά μέ ἐπισκεφτεῖ. Τό νά μιλήσω μέ τόν Κβίτκο γιά τήν Τσβετάγιεβα μοῦ φάνηκε πολύ λογική ἰδέα. Εἶναι ἕνας ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν ἀναμφισβήτητο κύρος στήν Ἕνωση.

– Θά παρακαλέσω τόν Κβίτκο, λέω. Ἐσᾶς, ὅμως, σᾶς συμβουλεύω νά μή στείλετε ἀκόμη τό τηλεγράφημα.

Ἡ Φλώρα Μωυσέγιεβα σήκωσε τούς ὤμους κι ἔβαλε τό τηλεγράφημα στήν τσάντα της. Βγαίνουμε μαζί στό δρόμο. Χαιρετηθήκαμε κι ἀκολουθήσαμε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Ἔτσι λοιπόν, νέα δέν ὑπάρχουν, δέν ὑπάρχουν, δέν ὑπάρχουν. Οὔτε καί γράμματα. Τά νέα πού μαθαίναμε ἀπό τίς ἐφημερίδες καί τό ραδιόφωνο τίς τελευταῖες ἡμέρες ἦταν:

 

Πράβντα, 18 Αὐγούστου, Δευτέρα

 

Ἀπό τό Σοβιετικό Γραφεῖο Πληροφοριῶν. Βραδινή ἀνακοίνωση.

 

Κατά τή διάρκεια τῆς 17ης Αὐγούστου τά στρατεύματά μας συνέχισαν νά δίνουν σκληρές μάχες μέ τόν ἐχθρό σέ ὅλο τό μέτωπο. Μετά ἀπό ἐπίμονες μάχες τά στρατεύματά μας ἐγκατέλειψαν τίς πόλεις Νικολάγιεφ καί Κριβόι Ρόγκ. Τά ναυπηγεῖα τοῦ Νικολάγιεφ ἀνατινάχτηκαν.

 

19 Αὐγούστου, Δευτέρα

 

Μετά ἀπό σκληρές μάχες τά στρατεύματά μας ἐγκατέλειψαν τήν πόλη Κινγκισέν.

 

21 Αὐγούστου

 

Πρός ὅλους τούς ἐργαζόμενους τῆς πόλης τοῦ Λένιν.

 

Σύντροφοι κάτοικοι τοῦ Λένινγκραντ, ἀγαπητοί φίλοι!

 

Πάνω ἀπό τήν πατρώα καί ἀγαπημένη μας πόλη ἐπικρέμαται ἡ ἄμεση ἀπειλή τῆς ἐπίθεσης τῶν γερμανο-φασιστικῶν στρατευμάτων. Ὁ ἐχθρός προσπαθεῖ νά προσεγγίσει τό Λένινγκραντ.

 

… Θάνατος στούς αἱμοδιψεῖς γερμανο-φασίστες ληστές!

 

Ἡ νίκη θά εἶναι δική μας!

 

Θά ἤθελα νά ἀποκρυπτογραφήσω τήν ἀράδα: «Ὁ ἐχθρός προσπαθεῖ νά προσεγγίσει τό Λένινγκραντ». Νά προσεγγίσει μπορεῖ μόνο τό… Τό Λένινγκραντ; Πάει νά πεῖ πώς οἱ Γερμανοί εἶναι ἤδη κοντά, γύρω, κολλητά; Στό Στελτσέ; Στό Κόλπινο;

 

26η Αὐγούστου. Βραδινή ἀνακοίνωση.

 

Κατά τή διάρκεια τῆς 25ης Αὐγούστου τά στρατεύματά μας ἔδωσαν σκληρές μάχες μέ τόν ἐχθρό σέ ὅλο τό μέτωπο. Μετά ἀπό σκληρές μάχες τά στρατεύματά μας ἐγκατέλειψαν τό Νόβγκοροντ.

 

Ἐγκατέλειψαν, ἐγκατέλειψαν, ἐγκατέλειψαν…

 

… καί ὁ λαός!
Καί ὁ λαός!
Μέ
μιά πέτρα στό λαιμό στό νερό!

 

Ὁ Κβίτκο ἔρχεται νά μέ ἐπισκεφτεῖ. Θά ἤθελα νά μάθω ἀπό αὐτόν κι ἄλλα νέα, πέρα ἀπό αὐτά πού γράφουν οἱ ἐφημερίδες, ἀπό τό Κίεβο – ὁ ἴδιος κατάγεται ἀπό τήν Οὐκρανία, ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα του εἶναι τό Οὐμάνσινα, καί ἀγαπάει τό Κίεβο τόσο πολύ ὅσο ἐγώ τό Λένινγκραντ. Τόν Κβίτκο τόν γνωρίζω καλύτερα ἀπό τούς ὑπόλοιπους Μοσχοβίτες συγγραφεῖς πού ζοῦν ἐδῶ: εἶναι φίλος τοῦ πατέρα μου. Ὁ Κορνέι Ἰβάνοβιτς ἦταν ἕνας ἀπό τούς πρώτους πού πρόσεξε καί ἀγάπησε τά ποιήματα τοῦ Κβίτκο γιά τά παιδιά, κατάφερε νά μεταφραστοῦν ἀπό τά γίντις στά ρωσικά, καί ὁ Λέβ Μωυσέγιεβιτς Κβίτκο, μετά τή μεγάλη ἐπιτυχία πού γνώρισαν τά ποιήματά του στή ρωσική ποίηση, λίγο πρίν τόν πόλεμο, μετακόμισε στή Μόσχα. Εἶχε ἔρθει γιά δυό-τρεῖς μέρες στό Τσιστόπολ: ἐδῶ ζοῦσαν ἡ σύζυγός του μέ τήν κόρη του. Ἦρθε νά μέ δεῖ τήν παραμονή τῆς ἀναχώρησής του, συγκεκριμένα γιά νά μέ ρωτήσει τί νά μεταφέρει στόν πατέρα μου, ἄν τόν συναντήσει κάπου.

Τί νά μεταφέρει; Τό Τσιστόπολ εἶναι κανονική παγίδα. Δέν ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἐλπίδα νά βρῶ ὁποιαδήποτε δουλειά γιά ἕνα μεροκάματο. Ἡ τροφοδοσία εἶναι ἄθλια, οἱ τιμές στό παζάρι αὐξάνουν, καί δουλειά δέν ὑπάρχει. Στό Λένινγκραντ δούλευα στενογράφος· ἔγραφα μερικά ἄρθρα· ἐργαζόμουν ὡς ἐπιμελήτρια, στό Τσιστόπολ ὅμως δέν ὑπάρχουν ὀργανισμοί πού νά χρειάζονται στενογράφους, καί φυσικά δέν ὑπάρχει κανένας ἐκδοτικός οἶκος. Μπορῶ νά διδάξω ρωσική γλώσσα καί λογοτεχνία, ἀλλά στά τοπικά σχολεῖα ὅλες οἱ θέσεις εἶναι κατειλημμένες ἀπό τούς ντόπιους δασκάλους. Στήν οἰκογένειά μου τά χρήματα, τά φάρμακα καί τά τρόφιμα πού φέραμε μαζί μας ἀπό τή Μόσχα ἐπαρκοῦν, σύμφωνα μέ τούς ὑπολογισμούς μου, γιά ἕναν, ἑνάμιση μήνα. Μετά; Μετά θά ἔρθει ὁ χειμώνας, ὁ ποταμός Καμά τό χειμώνα παγώνει, δέν ὑπάρχει ναυσιπλοΐα, σιδηροδρομική γραμμή δέν ὑπάρχει καί ἀπό τήν παγίδα εἶναι ἀδύνατο νά βγεῖς.

Οὔτε τά δικά μου, οὔτε κανενός ἄλλου τά γράμματα φεύγουν, δέν ξέρω ποιός βρίσκεται ποῦ· παρακάλεσα τόν Κβίτκο ὁπωσδήποτε νά ἀναζητήσει τόν Κορνέι Ἰβάνοβιτς, νά τοῦ πεῖ τά πάντα, καί στή συνέχεια νά μοῦ στείλει τηλεγράφημα γιά τό ποῦ βρίσκονται οἱ γονεῖς μου, γιά τό ἄν ζοῦν τά ἀδέλφια μου.

Ὁ Κβίτκο κοίταξε τά παιδιά κι ἐμένα, τό δωμάτιό μας, ἐνδιαφέρθηκε γιά τήν ὑγεία μας. Δέν τόλμησα νά τόν ρωτήσω γιά τό Κίεβο. Ἄν εἶναι δυνατόν νά τό ἐγκατέλειψαν; Ἐγκατέλειψαν τό Κίεβο; Ἀγαποῦσα πολύ αὐτή τήν πόλη, τήν εἶχα μέσα στήν καρδιά μου, σέ θέση δεύτερη, ἀμέσως μετά τό Λένινγκραντ. Καί ὄχι μόνο τήν πόλη: ἐκεῖ ζοῦν ὁ πατέρας, καί ἡ μητέρα, καί ὁ ἀδελφός τοῦ συγχωρεμένου μου συζύγου. Πρόλαβαν, ἄραγε, νά φύγουν; Δέν τό πιστεύω ὅτι οἱ δικοί μας ἐγκατέλειψαν τό Κίεβο! Αὐτό τό ὄνομα, στή συζήτησή μου μέ τόν Κβίτκο, δέν τό ἀνέφερα. Γιά τήν Τσβετάγιεβα ὅμως, γιά τήν ἀπρέπεια τῆς Λέσχης Λογοτεχνῶν, μίλησα. Ἀφοῦ δέν εἶναι ἐξόριστη, εἶπα, ἔχει μεταφερθεῖ ὅπως ὅλοι μας, γιατί δέν τῆς ἐπιτρέπουν νά ζήσει ἐκεῖ πού θέλει; Δέν εἶναι δά καί καρφωμένη σέ ἕναν τόπο. Ὁ Κβίτκο σκυθρώπιασε. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος σπάνιας ψυχικῆς ἰσορροπίας καί δέν τοῦ ἄρεσε καθόλου κάθε φορά πού συναντοῦσε τήν ἀδικία. Ἐνοχλοῦσε τόν εἰλικρινή καί καλόκαρδο χαρακτήρα του, τόν ὄντως παιδικό του χαρακτήρα, ὁ ὁποῖος τόσο πετυχημένα διαφαίνεται μέσα στά ποιήματά του. Ἡ ἀδικία ἐρχόταν σέ ἀντιπαράθεση μέ τήν πίστη του. Πάντα ἔλεγε στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους ὅτι ὅλα θά πᾶνε καλά, τοῦ ἄρεσε νά τό πιστεύει αὐτό, μέ αὐτή τήν πεποίθηση ζοῦσε… Ὁ Λέβ Μωυσέγιεβιτς μοῦ ὑποσχέθηκε σήμερα κιόλας νά δεῖ τόν Ἀσέγιεφ, νά τοῦ ἐξηγήσει περί τίνος πρόκειται καί ἀμέσως νά μιλήσει μέ τήν Τβεριακόβα. (Δέν ἦταν μόνο μέλος τοῦ κόμματος, μά καί βραβευμένος συγγραφέας – πράγμα σπάνιο ἐκείνη τήν ἐποχή.) «Ὅλα θά πᾶνε καλά!» – ἐπανέλαβε ἀρκετές φορές τήν ὥρα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ. Τώρα τό πιό σημαντικό εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος νά μήν ξεχνάει ὅτι ὅλα θά πᾶνε καλά». Ἡ ἐπίκληση αὐτή ἀφοροῦσε καί τούς δικούς μου, καί τόν πόλεμο, καί τό Λένινγκραντ, καί τό Κίεβο, καί τήν Τσβετάγιεβα – καί τήν ἴδια τή ζωή… Κοιτώντας τούς δυνατούς του ὤμους, τά στιβαρά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου, τό μελαψό, καί ἴσως γενναιόδωρο, χαμόγελό του, πού μοῦ θύμιζε τόν Παστερνάκ, ἀκούγοντας τή δυνατή φωνή του, ἐκείνη τή στιγμή, πίστεψα, πώς ὅλα θά πᾶνε καλά.

(Ὁ Λέβ Μωυσέγιεβιτς Κβίτκο συνελήφθη στό ἀπόγειο τῆς «μάχης κατά τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ», τό 1949, καί, μετά ἀπό ἀπάνθρωπα βασανιστήρια, τουφεκίστηκε τό 1952. Πιστεύω πώς ἀπαρνήθηκε τήν πεποίθησή του ὅτι «ὅλα θά πᾶνε καλά», μόνο τή στιγμή πού ἀποχαιρετοῦσε τή ζωή.)

Τήν ξεπροβόδισα μέχρι τήν πόρτα. Μοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά μοῦ μεταφέρει ὅλες τίς πληροφορίες γιά τόν Κορνέι Ἰβάνοβιτς, νά τόν δεῖ προσωπικά ἤ νά τοῦ γράψει καί ἀμέσως μετά νά μοῦ τηλεγραφήσει. Ἀναφορικά μέ τήν Τσβετάγιεβα, ἔφυγε ἀπό μένα καί πῆγε κατευθείαν στόν Ἀσέγιεφ.

 

Τήν ἑπόμενη ἡμέρα βγῆκα νά ψάξω νά βρῶ φαρμακεῖο: ὁ Ζένια εἶχε ἀνεβάσει πυρετό, δέν μποροῦσε νά καταπιεῖ – προφανῶς εἶχε ἀμυγδαλές. Πῆγα νά ψάξω νά βρῶ κομπρέσες. Ἄν δέν εἶχε τό φαρμακεῖο, θά πήγαινα στό κοινόβιο τῶν συγγραφέων, ὅπου ὅλο καί κάποιος θά εἶχε. Ἐκεῖ εἶχα ἤδη πολλούς γνωστούς, μισογνωστούς, ἕνα τέταρτο γνωστούς – πρόσφατους συνοδοιπόρους στό κοινό μας ταξίδι. Ἐκείνη τήν ἡμέρα –ἦταν ἡ 26η Αὐγούστου– συνάντησα γιά πρώτη φορά τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα Τσβετάγιεβα.

 

2

Στό Τσιστόπολ εἶναι ἕνα μέρος ὅπου ἀναπόφευκτα συναντιόνταν ὅλοι οἱ νεοφερμένοι ἀλλά κι ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἔρθει νωρίτερα: ἡ πλατεία μπροστά στό δημοτικό μέγαρο. Ὅπου κι ἄν πήγαινες ἦταν ἀδύνατον νά τήν ἀποφύγεις. Πολλές φορές ἐπίτηδες πήγαινες ἐκεῖ. Ἐκεῖ ὅλο καί κάποιο νέο θά μάθαινες: ποιόν μετέφεραν ποῦ ἀπό τό κοινόβιο· πότε, ἐπιτέλους, νά μοιράσουν κηροζίνη –γιατί οἱ σπιτονοικοκύρηδες ἐδῶ φυλοῦν τά ξύλα γιά τό χειμώνα, δέν ἀνάβουν τά ρωσικοῦ τύπου τζάκια, ἐνῶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἴχαμε σόμπες κηροζίνης· καί τό κυριότερο – τί νέα ἀπό τό μέτωπο; Τί σημαίνει «ὁ ἐχθρός προσέγγισε τό Λένινγκραντ;» Οἱ Γερμανοί εἶναι στό Τσάρσκογιε; Στό Στελτσό; Οἱ Γερμανοί βρίσκονται ἤδη στό Νέβα; Τό μαῦρο πιάτο τοῦ ραδιοφώνου μετέδιδε σ’ ἐκείνη τήν πλατεία τοῦ Δημαρχείου: συνήθως ἦταν χαλασμένο, ἀλλά ὅλο καί κάποιος εἶχε ἀκούσει τό τελευταῖο δελτίο εἰδήσεων.

Ἀπό τό κοινόβιο, ὅπου μοῦ χάρισαν κομπρέσες, γύρισα πίσω, περνώντας ἀπό τήν πλατεία πού τά γνώριζε ὅλα. Ἦταν ἄδεια. Καί τό πιάτο σιωπηλό. Ξαφνικά ἄκουσα κάποιον νά μέ φωνάζει.

Ἦταν ἡ Φλώρα Μωυσέγιεβνα Λέιτες. Κρατοῦσε ἀγκαζέ μιά ἀδύνατη γυναίκα πού φοροῦσε ἕνα γκρί φόρεμα. Γκρί μπερέ, γκρί, θαρρεῖς κι ἦταν ἀπό τσουβαλόπανο, παλτό, καί στά χέρια της κρατοῦσε ἕνα παράξενο σακίδιο.

– Νά σᾶς συστήσω: Μαρίνα Ἰβάνοβνα Τσβετάγιεβα.

Ἡ γυναίκα μέ τά γκρί μέ κοίταξε ἀπό κάτω πρός τά πάνω, γέρνοντας ἐλαφρά τό κεφάλι της στά πλάγια. Τό πρόσωπό της, ἴδιου χρώματος μέ τόν μπερέ: γκρί. Πρόσωπο λεπτό, θαρρεῖς ὅμως ὅτι ἦταν πρησμένο. Τά μάγουλά της πλαδαρά, τά μάτια της, κιτρινοπράσινα, μέ κοιτοῦσαν ἐπίμονα. Τό βλέμμα βαρύ, ἐξεταστικό.

– Πόσο χαίρομαι πού εἶστε ἐδῶ, μοῦ εἶπε, δίνοντάς μου τό χέρι. Μοῦ εἶπε πάρα πολλά γιά σᾶς ἡ ἀδελφή τοῦ συζύγου μου, ἡ Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα Ἐφρόν. Ὅταν μετακομίσω στό Τσιστόπολ, θά κάνουμε παρέα.

Αὐτά τά εὐγενικά λόγια δέν συνοδεύονταν, ὡστόσο, μέ εὐγενικό χαμόγελο. Γενικά, κανένα χαμόγελο, οὔτε τῶν χειλιῶν οὔτε τῶν ματιῶν. Οὔτε ἐπιτηδευμένα κοσμική, οὔτε εἰλικρινά χαρούμενη. Πρόφερε τόν εὐγενικό της χαιρετισμό μέ φωνή χωρίς ἦχο, τίς φράσεις χωρίς χρῶμα. Ἀπάντησα πώς ἤμουν, ἐπίσης, πολύ χαρούμενη, τῆς ἔσφιξα τό χέρι καί ἔφυγα βιαστικά γιά τό ταχυδρομεῖο.

Καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς διαδρομῆς, περπατώντας δίπλα σέ γερμένους, ἑτοιμόρροπους φράχτες, σκεφτόμουν ἐκεῖνο τό κιτρινοπράσινο βλέμμα καί στοχαζόμουν ἐκεῖνες τίς ἐντελῶς ἀκατάλληλες γιά τήν περίσταση λέξεις: «Θά κάνουμε παρέα!» Μήπως ἤμασταν μαθήτριες τοῦ σχολείου, ὥστε, μόλις γνωριστήκαμε γιά πρώτη φορά, νά συμφωνήσουμε: θά καθίσουμε στό ἴδιο θρανίο καί θά κάνουμε παρέα; Τό πιό περίεργο ἀπ’ ὅλα ἦταν ὅτι ἐγώ –ἐγώ θά πρόσθετα καί τό πιό ἀστεῖο– εἶναι ἡ ἀναφορά στήν Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα. Τί θά μποροῦσε ἡ Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα Ἐφρόν νά πεῖ γιά μένα, καί μάλιστα «τόσο πολλά»· ὅταν συναντήθηκα μαζί της ἦταν μία καί μοναδική φορά καί, ἐντελῶς ἐπιεικῶς, ἡ συνάντηση αὐτή ἦταν ἄκρως ἀνεπιτυχής. Εἴχαμε συναντηθεῖ στό σανατόριο τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν «Οὔζκογιε», στά περίχωρα τῆς Μόσχας. Εἶχα φτάσει βράδυ καί βρέθηκα νά κάθομαι στό ἴδιο τραπέζι μέ μιά ἄγνωστη σ’ ἐμένα κυρία· τό ἑπόμενο πρωί ἔφευγε. Εὔσαρκη κυρία, πολύ μεγαλύτερη ἀπό μένα, ἐτῶν πενήντα – καί παρ’ ὅλα αὐτά ἀληθινή καλλονή. Βαθιά μαῦρα μάτια, ἁρμονικά λευκά χείλη καί μιά ἰδιαίτερη γοητεία στή γλυκιά φωνή, στίς ἀνάλαφρες κινήσεις, στή μεγάλη προσοχή πού ἔδινε στόν συνομιλητή. Εἴπαμε ἡ μία στήν ἄλλη «Καλησπέρα!» καί, δίχως νά ποῦμε τά ὀνόματά μας, πιάσαμε κουβέντα τρώγοντας τό βραδινό μας. Ἡ συζήτηση στήν ἀρχή ἦταν ἀνόητη, ἀσήμαντη –γιά τούς γιατρούς τοῦ σανατορίου, γιά τόν καιρό, γιά τό πρόγραμμα–, ἀλλά, δέν θυμᾶμαι γιά ποιό λόγο, ἔγινε λόγος γιά τή «λογοτεχνική ἀνάγνωση» – γιά τήν πρόσφατη ἔλευση ἑνός ἀναγνώστη ἤ κάτι τέτοιο. Ἐγώ, ἔχοντας ἀκούσει πολλά ἀπό τά παιδικά μου χρόνια, γνωρίζοντας πῶς ἀπαγγέλλουν οἱ ποιητές, εἶπα κάτι ἀπρεπές γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀπαγγέλλουν οἱ ἠθοποιοί. Εἶχα ἀκούσει τόν Ἀντόν Σβάρτς, τήν Κατσάλοβα, τή Γιαχόντοβα καί ὅλοι αὐτοί δέν μοῦ εἶχαν ἀρέσει. «Δέν ἐμπιστεύονται τό ποίημα», εἶπα, «νομίζουν πώς θά πρέπει νά προσθέσουν κάτι ἀπό τόν ἑαυτό τους στό ποίημα: τή φωνή, τή χροιά τῆς φωνῆς, μιά χειρονομία. Τό ποίημα δέν τά χρειάζεται ὅλα αὐτά. Θά πρέπει ἁπλῶς νά τό προφέρεις, νά τό ἀπαγγείλεις, μέ ὅλες σου τίς δυνάμεις, ὅπως ἔκανε ὁ Μπλόκ, γιά παράδειγμα. Αὐτός θαρρεῖς κι ἀπαριθμοῦσε τίς λέξεις – καί μόνο, μέ τή λεπτομερή τήρηση τοῦ ρυθμικοῦ σχεδίου, ἐννοεῖται… Κι ἐπιπλέον, πρόσθεσα, ὅλη αὐτή ἡ «λογοτεχνική ἀνάγνωση διαφθείρει τόν ἀκροατή, παρουσιάζοντάς του τό ποίημα ὑπό τή μορφή κάποιας ἀτραξιόν, ἐνῶ στήν πραγματικότητα τό ποίημα γιά τόν ποιητή εἶναι ὁ καρπός μιᾶς βαθιᾶς συγκέντρωσης, ἀφοῦ ἔχει πρῶτα ἀφουγκραστεῖ – καί τό αἴσθημα θά εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς συγκέντρωσης». Ἡ vis-à-vis κυρία μου μέ κοιτοῦσε σιωπηλή, μέ προσοχή, κάπως σκεπτική, ἀκουμπώντας τό μάγουλο στό χέρι της, κυριολεκτικά μέ χαιρετοῦσε μέσα ἀπό τά τόσο γοητευτικά μάτια της. Τό πρωί, ὅταν εἶχε ἤδη φύγει, σέ ἀπάντηση τῶν ἐρωτήσεών μου, μοῦ ἐξήγησαν ὅτι ἦταν ἡ προστάτιδα ὅλων τῶν ἠθοποιῶν-ἀναγνωστῶν, ἐκείνη τούς δίδασκε τή λογοτεχνική ἀνάγνωση, σκηνοθέτιδα, διάσημη παιδαγωγός, ἡ Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα Ἐφρόν.

Θυμᾶμαι ὅτι τότε βρέθηκα σέ ἀπόγνωση ἐξαιτίας τῆς ἀδιακρισίας μου, τῆς ἔντασης τῶν λόγων μου· φοβήθηκα ὅτι ἐκείνη ἐξέλαβε τή φλυαρία μου ὡς προμελετημένη ἀγένεια ἤ ὡς προσπάθεια νά τῆς βάλω μυαλό.

Καί νά πού τώρα ἄκουγα ἀπό τήν Τσβετάγιεβα: «Πόσο χαίρομαι πού εἶστε ἐδῶ, μοῦ εἶπε πάρα πολλά γιά ἐσᾶς ἡ Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα Ἐφρόν». Μήπως ἡ Μαρίνα Τσβετάγιεβα δέν ἐνέκρινε οὔτε ἡ ἴδια τή «λογοτεχνική ἀνάγνωση» καί ἀπό τήν ἀφήγηση τῆς Ἐλιζαβέτα Γιάκοβλεβνα νά κατάλαβε ὅτι μοῦ ἀρέσουν τά ποιήματα;

Γράμματα δέν εἶχα. Ἐξαιτίας ὅμως τῆς συζήτησης στήν οὐρά τοῦ ταχυδρομείου, ἔμαθα ὅτι «μετά ἀπό σκληρές μάχες τά στρατεύματά μας ἐγκατέλειψαν τήν πόλη Ντνεπροπετρόφσκ». Κάποιος, κάπου τό ἄκουσε στό ραδιόφωνο.

Τό ἑπόμενο πρωί, ὅταν κρατώντας ἕνα ποτήρι μέλι, ἐπέστρεφα ἀπό τό παζάρι, στό δρόμο ἔτρεξε νά μέ συναντήσει μιά ταραγμένη κοπέλα – πολύ νέα, μία ἀπό τίς θυγατέρες κάποιου συγγραφέα (τό ἐπίθετο δέν τό θυμᾶμαι), καί, ὅταν μέ πρόλαβε, μέ ρώτησε:

– Εἶστε μέλος τῆς Ἕνωσης τῶν Προσφύγων τοῦ Σοβιέτ τῆς Λογοτεχνικῆς Λέσχης;

– Ἐγώ; Ὄχι, ὄχι! Γενικά, εἶμαι ὁ κανένας. Δέν εἶμαι κάν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὁμάδας. Μέ ἔστειλαν ἐδῶ γιατί εἶμαι «μέλος τῆς οἰκογένειας τοῦ συγγραφέα Τσουκόφσκι».

– Θεέ μου, τί ἀτυχία… Νόμιζα ὅτι εἶστε τουλάχιστον μέλος τῆς Ἕνωσης. Μᾶς χρειάζεται ἕνας ἄνθρωπος μέ ὄνομα βαρύ. Τέλος πάντων. Στό δωμάτιο τοῦ γραφείου τοῦ κόμματος συνεδριάζει τώρα τό Σοβιέτ τῆς Λέσχης Λογοτεχνῶν. Κάλεσαν τήν Τσβετάγιεβα καί θά ἀποφασίσουν ἄν θά τῆς δώσουν ἄδεια παραμονῆς γιά τό Τσιστόπολ. Βρίσκεται σέ ἀπόγνωση. Πηγαίνετε γρήγορα.

Ἡ ἀνησυχία τῆς ξένης ἦταν πολύ ἐπιβλητική. Δέν ἄρχισα νά ἐξηγῶ ὅτι καί τήν ἴδια τήν Τσβετάγιεβα τήν ἔχω δεῖ μόνο μία φορά στή ζωή μου καί ὅτι δέν τῆς εἶμαι τίποτα. Κρατώντας τό ποτήρι, πῆγα βιαστικά στό γραφεῖο τοῦ κόμματος. Δέν μπορῶ νά τό ἀνακαλέσω μετά βεβαιότητας στή μνήμη μου, ἀλλά νομίζω πώς βρισκόταν στό ἴδιο τό κτίριο τοῦ Δημαρχείου καί ἦταν ἕνα μέρος γνώριμο σ’ ἐμένα: ἐκεῖ, ἔστω καί μέ καθυστέρηση, ἔφταναν οἱ ἐφημερίδες, καί μάλιστα σ’ ἐμᾶς, τά μή κομματικά μέλη, ἐπέτρεπαν νά τίς διαβάζουμε.

Προσπάθησα νά φτάσω γρήγορα. Ἐκτός ἀπό τήν καρδιά μου πού χτυποῦσε δυνατά, μέ ἐνοχλοῦσε καί τό ποτήρι· δέν ἔπρεπε νά χυθεῖ οὔτε μία σταγόνα.

Κατά τή διαδρομή προσπαθοῦσα νά σκεφτῶ τί θά πῶ, ἄν, παρ’ ἐλπίδα, μέ ἀφήσουν νά παρακολουθήσω τή συνεδρίαση τοῦ Σοβιέτ τῆς Λέσχης Λογοτεχνῶν; Τίποτα, ἐκτός ἀπό τίς σκέψεις πού μοῦ εἶχε ἐξομολογηθεῖ ὁ Λέβ Μωυσέγιεβιτς: «Μά ἔχει μετακομίσει μέ ὅλους ἐκείνους πού ἔφυγαν ἐκκενώνοντας τίς περιοχές, δέν εἶναι ἐξόριστη, δέν ἔχει στερηθεῖ τό δικαίωμα τῆς μετακίνησης» – δέν χωροῦσε στό μυαλό μου. Αὐτά πού εἴπαμε ἐνώπιος ἐνωπίῳ μέ τόν Λέβ Μωυσέγιεβιτς μποροῦσα, ἄραγε, νά τά πῶ δημόσια; Ἡ ἀναφορά σέ ἐξόριστους ἤ σέ δικαιώματα θά μποροῦσε νά ἐκνευρίσει τήν καθοδήγηση. Ἄχ, τό καλύτερο ἀπ’ ὅλα θά ἦταν νά τούς ἀπαγγείλω ἀπό στήθους ἕνα ἀπό τά ἀγαπημένα μου ποιήματα τῆς Τσβετάγιεβα (τότε πιά ἤξερα ἀρκετά καί τ’ ἀγαποῦσα: τήν ποιητική της συλλογή Βέρσια). Ἄν εἶναι δυνατόν, ἄνθρωπος πού συνέλαβε καί ἔγραψε μέ τό χέρι του μιά τόσο βασανιστική καί μαρτυρική προσευχή, μιά τέτοια κατηγορία, μιά τέτοια ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ :

 

… Γιατί σ’ ἐξόργισαν τοῦτα τά γκρίζα σπίτια,
Κύριε! – γιατί νά μοῦ τρυποῦν τόσο βαθιά τό στῆθος;
Τό τρένο οὔρλιαξε, οὔρλιαξαν κι οἱ φαντάροι,
Πῆρε φωτιά, πῆρε φωτιά ὁ ἔρημος ὁ δρόμος…

 

Ὄχι, νά πεθάνεις! Καλύτερα νά μήν εἶχες γεννηθεῖ,
Ἀπό αὐτή τή μίζερη, τή μίζερη, φυλακισμένη κραυγή
Γιά τίς μαυροφρύδες καλλονές. – Ὤχ τί ὄμορφα πού τραγουδοῦν
Τώρα οἱ φαντάροι! Ὦ Θεέ καί Κύριε ἐσύ τά κάνεις ὅλα!

 

ἄν εἶναι δυνατόν ὁ ποιητής, πού γέννησε αὐτά τά λόγια, νά μήν καταγραφεῖ εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων στήν ἔνδοξη ρωσική λογοτεχνία, πάει νά πεῖ, καί σέ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς γῆς τῆς Ρωσίας. Ἀφοῦ αὐτό εἶναι τό ἴδιο πού ψιθυριστά, μέ τήν ἴδια δύναμη ἔλεγε τότε ἡ Ἀχμάτοβα:

 

Σκεπάζοντας τό πρόσωπο, τόν Θεό ἱκέτευσα
Στή πρώτη μάχη νά μέ θανατώσει.

 

(Καί παρόλο πού πρόκειται γιά δύο ἐντελῶς ἀνόμοιες, μεταξύ τους, ποιήτριες, μόλις συνέβη ἡ συμφορά στή Ρωσία, καί οἱ δύο φωνές μᾶς χάρισαν τήν ἴδια προσευχή. Κραυγή: «Ὄχι, νά πεθάνεις!» Ψίθυρος: «Στήν πρώτη μάχη νά μέ θανατώσει».)

… Σκάλα. Ἀπότομα σκαλιά. Μακρύς διάδρομος μέ μεγάλα, καθαρά, πλυμένα πλακάκια, ἄδειο βεστιάριο μέ κουρτίνα· ὁ διάδρομος εἶναι γεμάτος πόρτες καί σέ μία ἀπό αὐτές ὑπάρχει ἡ πινακίδα: «Κομματικό Γραφεῖο». Ἀπό ἐκεῖ ἀκούγονται συγκεχυμένες φωνές. Ἡ πόρτα εἶναι ἀνοιχτή.

Ἀκριβῶς ἀπέναντι, ἀκουμπώντας στόν τοῖχο καί δίχως νά παίρνει τό βλέμμα της ἀπό τήν πόρτα, γκρίζα ὁλάκερη, στέκεται ἡ Μαρίνα Τσβετάγιεβα.

– Ἐσεῖς; ! – εἶπε ὁρμώντας πρός τό μέρος μου, ἅρπαξε τό χέρι μου, τήν ἴδια στιγμή ὅμως τράβηξε τό δικό της καί ξαναπῆγε στή θέση της. Μή φύγετε! Μείνετε μαζί μου.

Μήπως, θά ἔπρεπε παρ’ ὅλα αὐτά νά χτυπήσω τήν πόρτα τοῦ «Κομματικοῦ Γραφείου»: Δέν μποροῦσα ὅμως νά ἀφήσω μόνη της τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα.

Ἀκουμπώντας τό ποτήρι στό πάτωμα, ἔσκυψα πάνω ἀπό τό διαχωριστικό τῆς κρεμάστρας καί ἔβγαλα ἀπό ἐκεῖ τή μοναδική καρέκλα. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ἔκατσε. Ξανάπιασα τό ποτήρι. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα μετακινήθηκε καί μοῦ ἔτεινε τό μοναδικό ἐλεύθερο χέρι της: κάτσε. Ἔκατσα στήν ἀκρούλα.

– Τώρα ἀποφασίζουν γιά τή μοίρα μου, μουρμούρισε. Ἄν μοῦ ἀρνηθοῦν τήν ἄδεια παραμονῆς στό Τσιστόπολ, θά πεθάνω. Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ὁπωσδήποτε θά μοῦ ἀρνηθοῦν. Θά πέσω στόν Κάμα.

Δέν ἄρχισα νά τή διαβεβαιώνω ὅτι δέν θά ἀρνηθοῦν, ἀλλά ὅτι ἄν ἀρνηθοῦν, τότε θά πρέπει νά συνεχίσουμε τήν ὑποβολή αἰτήσεων. Πάνω ἀπό τήν τοπική καθοδήγηση, ὑπάρχει καί ἡ μοσχοβίτικη. («Καί ποιός ξέρει, σκέφτηκα, ποῦ νά βρίσκεται τώρα αὐτή ἡ μοσχοβίτικη καθοδήγηση;») Τῆς ἔλεγα διαρκῶς διάφορα λόγια παρηγοριᾶς, δίχως νόημα. Στή ζωή ὑπάρχουν ἀδιέξοδα, ἔλεγα, τά ὁποῖα ἁπλῶς μοιάζουν μέ ἀδιέξοδα, ξαφνικά ὅμως ἐξαφανίζονται. Ἐκείνη δέν μ’ ἄκουγε – τό μόνο πού τήν ἐνδιέφερε νά κάνει ἦταν νά κοιτάζει ἐπίμονα τήν πόρτα. Δέν γυρνοῦσε τό κεφάλι της πρός τό μέρος μου, δέν ἄφηνε ἀπό τό βλέμμα της τήν πόρτα, ἀκόμη καί τίς στιγμές πού μοῦ μιλοῦσε.

– Ἐδῶ, στό Τσιστόπολ, ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει κανείς. Ἐδῶ τουλάχιστον στό κέντρο ἔχει πέτρινα σπίτια, ἐκεῖ μόνο ξύλινα.

Τῆς θύμισα ὅτι ἀκόμη καί στό Τσιστόπολ θά πρέπει νά ζήσει μαζί μέ τόν γιό της ὄχι στό κέντρο, ὄχι σέ κάποιο πέτρινο σπίτι, μά σέ κάποια ἀγροτική ἴζμπα. Χωρίς παροχή νεροῦ. Χωρίς ἠλεκτρικό ρεῦμα. Ὅπως ἀκριβῶς καί στήν Ἐλάμπουγκα.

– Ἐδῶ ὅμως ἔχει ἀνθρώπους, ἀκατανόητα καί ἐκνευρισμένα ἐπαναλάμβανε ἐκείνη. Στήν Ἐλάμπουγκα φοβᾶμαι.

 

Ἐκείνη τή στιγμή ἄνοιξε ἡ πόρτα τοῦ Κομματικοῦ Γραφείου καί βγῆκε στό διάδρομο ἡ Βέρα Βασίλιεβνα Σμιρνόβα, σύζυγος τοῦ φίλου μου Βάνια Χαλτούριν. Τή Βέρα Βασίλιεβνα τή γνώριζα ἐλάχιστα, μέ τόν Βάνια ὅμως ἤμασταν φίλοι ἀπό τό Λένινγκραντ, σχεδόν ἀπό τά σχολικά μας χρόνια. Ὁ Βάνια μετακόμισε στή Μόσχα καί παντρεύτηκε τή Βέρα Βασίλιεβνα. Τώρα εἶναι στόν στρατό, ἐνῶ ἡ Βέρα Βασίλιεβνα ἐδῶ, ζεῖ κοντά σ’ ἐμένα, κι ἐγώ, πετάγομαι μερικές φορές νά τήν ἐπισκεφτῶ, προκειμένου νά μάθω ἄν ἔχει γράμμα ἀπό τόν Βάνια.

Ἡ Τσβετάγιεβα σηκώθηκε νά συναντήσει τή Βέρα Βασίλιεβνα μέ μιά ἀπότομη καί νευρική κίνηση. Τήν κοίταξε στό πρόσωπο μέ τήν ἴδια ἐπιμονή μέ τήν ὁποία μέχρι πρίν λίγο κοιτοῦσε τήν πόρτα. Θαρρεῖς καί δέν στεκόταν μπροστά της ἁπλῶς μιά κυρία τῆς λογοτεχνίας, μιά συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ μοίρα.

Ἡ Βέρα Βασίλιεβνα μίλησε χωρίς ἐκείνη τή γραφειοκρατική ψυχρότητα, καί τήν ἴδια στιγμή ὄχι χωρίς δυσαρέσκεια. Γι’ αὐτό καί ἕνα μικρό μουσκεμένο μαντίλι σκούπιζε συνεχῶς τόν ἱδρώτα ἀπό τό μέτωπό της. Ἡ συζήτηση, μᾶλλον, ἦταν ἔντονη κι ἐπιπλέον εἶχε καί καύσωνα.

– Ἡ ὑπόθεσή σας ἔληξε θετικά, ἀνακοίνωσε ἐκείνη. Δέν ἦταν καθόλου εὔκολο, γιατί ὁ Τρένεφ τάχθηκε κατηγορηματικά ἐναντίον. Ὁ Ἀσέγιεφ δέν ἦρθε, εἶναι ἄρρωστος, ἔστειλε ὅμως ἐπιστολή μέ τήν ὁποία τάσσεται ὑπέρ σας. («Νά ἡ συζήτηση μέ τόν Κβίτκο», σκέφτηκα.) Σέ τελική ἀνάλυση τό Σοβιέτ κατέληξε νά ἀποφασίσει μέ ἁπλή πλειοψηφία καί ἡ πλειοψηφία τάχθηκε ὑπέρ, καί τό ἔγγραφο πού ἀπευθύνεται στήν Τβεριακόβα, ἐξ ὀνόματος τοῦ Σοβιέτ, ἔχει ἤδη συνταχθεῖ καί ὑπογραφεῖ. Θά τό δώσουμε μόνοι μας στό Δημοτικό Συμβούλιο, ἐσεῖς τώρα πρέπει νά βρεῖτε ἕνα δωμάτιο. Μόλις τό βρεῖτε ἐνημερῶστε τήν Τβεριακόβα γιά τή διεύθυνσή σας καί αὐτό εἶναι ὅλο.

Στή συνέχεια ἡ Βέρα Βασίλιεβνα τή συμβούλευσε νά ἀναζητήσει δωμάτιο στήν ὁδό Μουτλέροφ – ἐκεῖ, πίστευε, ὅτι ὑπάρχουν κενά δωμάτια. Στή συνέχεια εἶπε:

– Ἀναφορικά μέ τήν αἴτησή σας γιά τή θέση τῆς λαντζιέρας στό ὑπό κατασκευή ἑστιατόριο γιά τούς συγγραφεῖς, θά πρέπει νά ξέρετε ὅτι ὑπάρχει πλῆθος αἰτήσεων ἐνῶ ἡ θέση εἶναι μία. Θά κάνουμε ὅ,τι εἶναι δυνατόν γιά νά τήν πάρετε ἐσεῖς. Ἐλπίζω νά τά καταφέρουμε.

Ἡ Βέρα Βασίλιεβνα μᾶς ἀποχαιρέτησε κι ἐπέστρεψε στό Κομματικό Γραφεῖο γιά νά συνεχιστεῖ ἡ συνεδρίαση. Ἐμεῖς κατεβήκαμε ἀπό τή σκάλα.

Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή δέν εἶχα ἀκούσει τίποτα οὔτε γιά τό ὑπό δημιουργία ἑστιατόριο τῶν συγγραφέων (τί εὐτυχία! Θά χρειάζεται νά βρίσκω κηροζίνη μόνο γιά τή λάμπα!), οὔτε γιά τή θέση τῆς λαντζιέρας πού ἤθελε ἡ Τσβετάγιεβα. Ὤ, φυσικά, φυσικά, ἡ δουλειά δέν εἶναι ντροπή! Ὁ Θεός νά δώσει! Μά ἄν εἶναι δυνατόν κανείς νά μήν ντρέπεται: ἐγώ, ἄς ὑποθέσουμε, κάθομαι στό τραπέζι, τρώω τή σούπα, μασάω μπιφτέκια ἀπό καρότα, καί ἀφοῦ τελειώσω τά πιάτα, τά κουτάλια, τά πιρούνια, δέν θά τά πλύνει ὅποιος κι ὅποιος, μά ἡ Μαρίνα Τσβετάγιεβα; Ἄν ἡ Τσβετάγιεβα διοριστεῖ λαντζιέρα, τότε γιατί ἡ Ἀχμάτοβα νά μή γίνει καθαρίστρια, ἐνῶ ἄν ζοῦσε ὁ Ἀλεξάντρ Μπλόκ θά μποροῦσε νά γίνει θερμαστής τοῦ ἑστιατορίου. Πραγματικό ἑστιατόριο συγγραφέων.

– Νά, βλέπετε, ὅλα καλά, εἶπα, ὅταν βγήκαμε στήν πλατεία. Τώρα πηγαίνετε νά βρεῖτε ἕνα δωμάτιο στήν ὁδό Μπούτλεροφ καί μετά κατευθείαν στήν Τβεριακόβα.

Τότε, κατάλαβα ὅτι ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα κάθε ἄλλο παρά χαρούμενη ἦταν γιά τήν εὐτυχή κατάληξη τοῦ ζητήματος μέ τήν ἄδεια παραμονῆς.

– Ἀξίζει, ἄραγε τόν κόπο νά ψάξω; Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν θά βρῶ τίποτα. Καλύτερα νά σηκωθῶ καί νά πάω πίσω στήν Ἐλάμπουγκα.

– Μά ὄχι! Τό νά βρεῖς ἐδῶ δωμάτιο δέν εἶναι καθόλου δύσκολο.

– Τό ἴδιο εἶναι. Καί δωμάτιο νά βρῶ, δέν θά μοῦ δώσουν δουλειά. Πῶς θά ζήσω μετά;

Ἄρχισα νά τῆς λέω ὅτι στό Σοβιέτ τῶν Προσφύγων ὑπάρχουν πολλοί ἄνθρωποι πού γνωρίζουν καί ἀγαποῦν τά ποιήματά της, καί ὅτι θά κάνουν τά πάντα ὥστε νά δουλέψει ὡς λαντζιέρα, ἔτσι καί ἡ ἴδια καί ὁ γιός της δέν θά πεινάσουν.

– Καλά, συμφώνησε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα, θά πάω, νά ψάξω.

Προσπάθησα νά τῆς ἐξηγήσω ὅτι πρέπει νά πάω ὁπωσδήποτε στό σπίτι. Ὁ Ζένια ἦταν ἄρρωστος. Ὅτι γενικά πρέπει νά μείνω μέ τά παιδιά μου. Ὅτι πρέπει νά τούς πάω τό μέλι, ἀφοῦ τούς τό εἶχα ὑποσχεθεῖ καί τό περιμένουν.

– Καλά, συμφώνησε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα μέ ἀναπάντεχη πραότητα. Θά ἔρθω μαζί σας, θά περιμένω νά τελειώσετε τίς δουλειές σας καί μετά θά πᾶμε μαζί στήν ὁδό Μπουτλέροφ.

Διασχίσαμε τήν ὁδό Λέβ Τολστόι. Κρατοῦσα ἀπό τό χέρι τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα καί στό ἄλλο χέρι κρατοῦσα τό ποτήρι.

– Σᾶς γνωρίζω μόλις πέντε λεπτά, εἶπε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα μετά ἀπό μιά σύντομη παύση, νιώθω ὅμως μαζί σας πολύ ἐλεύθερα. Ὅταν ἔφευγα ἀπό τή Μόσχα, δέν πῆρα μαζί μου τίποτα. Κατανοοῦσα ἀπολύτως πώς ἡ ζωή μου τελείωσε. Δέν πῆρα μαζί μου οὔτε κάν τίς ἐπιστολές τοῦ Παστερνάκ… Πεῖτε μου σᾶς παρακαλῶ – σταμάτησε καί ὑποχρέωσε κι ἐμένα νά σταματήσω. Πεῖτε μου σᾶς παρακαλῶ, τί σᾶς κάνει νά πιστεύετε πώς ἡ ζωή ἀξίζει; Δέν ἀντιλαμβάνεστε τό μέλλον πού ἔρχεται;

– Ἀξίζει-δέν ἀξίζει, ἔχω πάψει ἀπό καιρό νά τό σκέφτομαι. Τό ’37 μέ συνέλαβαν, τό ’38 ἐκτέλεσαν τόν σύζυγό μου. Γιά μένα ἡ ζωή, ἀναμφίβολα, δέν ἀξίζει, καί σέ κάθε περίπτωση μοῦ εἶναι ἀδιάφορο τό πῶς καί τό ποῦ. Ἔχω ὅμως τήν κόρη μου.

– Μά δέν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι ὅλα τελείωσαν! Καί γιά ἐσᾶς, καί γιά τήν κόρη σας, καί γενικά.

Στρίψαμε στό δρόμο μου.

– Τί θά πεῖ γενικά; ρώτησα.

– Γενικά, τελείωσαν ὅλα! Ἔκανε στόν ἀέρα ἕναν μεγάλο κύκλο μέ τό χέρι της πού ἔμοιαζε παράξενο ἔτσι πού ἦταν τυλιγμένο μέ τσουβαλόπανο. Νά, γιά παράδειγμα, ἡ Ρωσία!

– Οἱ Γερμανοί;

– Ναί, καί οἱ Γερμανοί.

– Δέν ξέρω. Δέν ξέρω, ἄν θά κατακτήσουν τή Ρωσία οἱ Γερμανοί, κι ἄν τήν κατακτήσουν, γιά πόσο. Δέν τό πολυσκέφτομαι αὐτό. Εἶμαι ἐπιστρατευμένη. Οἱ ἐπιστρατευμένοι ἀπαγορεύονται νά σκέφτονται. Τώρα ἔχω ὑπό τήν προστασία μου δύο παιδιά καί εἶμαι ὑπεύθυνη γι’ αὐτά. Γιά τή ζωή τους, τήν ὑγεία τους, τήν ἠρεμία τους, τίς σπουδές τους, τή διασκέδασή τους.

Τῆς διηγήθηκα πώς ὅταν τό ἀτμόπλοιό μας εἶχε μόλις ἀποπλεύσει ἀπό τή Μόσχα καί κουνιόταν, κατάμαυρο μέσα στό μαῦρο σκοτάδι, λίγο πιό μακριά σέ κάποιον θερμοηλεκτρικό σταθμό οἱ Γερμανοί ἐπιτέθηκαν ἀπό ἀέρος κι ἄρχισαν νά τόν βομβαρδίζουν. Δέν βομβάρδιζαν τό ἀτμόπλοιο, ὄχι ἐμᾶς, μά τόν θερμοηλεκτρικό σταθμό, οἱ βόμβες ὅμως εὔκολα θά μποροῦσαν νά πέσουν πάνω μας. Μέ κάθε ἔκρηξη τό ἀτμόπλοιο συνταρασσόταν ὁλάκερο, ἀπό τήν πλώρη μέχρι τήν πρύμνη – ὁλάκερο, καί μαζί μ’ αὐτό ὅλοι μας. Κρατοῦσα τόν Ζένια στά γόνατά μου καί τή Λιούσα ἀπό τό χέρι. Γιά νά εἶμαι εἰλικρινής φοβόμουν μέχρι ἀπογνώσεως. Ζοῦσα ἀπό τό ἕνα τάραγμα στό ἄλλο. Θυμήθηκα τά λόγια τοῦ Χέμινγκουει ἀπό τό μυθιστόρημα Ἀποχαιρετισμός στά ὅπλα: «Κάτσε καί περίμενε πότε θά σέ σκοτώσουν…» Καθόμουν καί περίμενα. «Εἶναι λίγο πιό εὔκολο γιά τούς μαχητές στά χαρακώματα, σκεφτόμουν τότε. Ἔχουν τουφέκια στά χέρια τους, καί ὄχι χέρια παιδικά». Τά παιδιά δέν φοβόντουσαν, γιατί εἶχαν συνηθίσει νά πιστεύουν ὅτι ἐάν ἡ Ἴντα κι ἐγώ ἤμασταν κοντά τους, τότε τίποτα δέν ἐπρόκειτο νά τούς συμβεῖ. Στό σκοτάδι τούς ἀπήγγειλα ἀπό μνήμης τόν «Οὐσάρο» τοῦ Πούσκιν. Συγκεκριμένα, ἀπήγγειλα γιά τή Λιούσα –γιατί δέν εἶναι ἔργο γιά τετράχρονα!–, ὁ Ζένια ὅμως χαχάνιζε, χαχάνιζε μέχρι δακρύων, μετά βίας τόν κρατοῦσα στά γόνατά μου, χαχάνιζε τόσο δυνατά, τόσο ἀσυγκράτητα πού ἀκόμη καί οἱ ἐνήλικοι, πού κάθε ἄλλο παρά εἶχαν διάθεση νά γελάσουν σ’ ἐκεῖνα τά διαλείμματα ἀνάμεσα στίς ἐκρήξεις, γελοῦσαν (ὄχι μέ τόν «Οὐσάρο», ἀλλά μέ τόν Ζένια). Τώρα καί αὐτός καί ἡ Λιούσα ξέρουν σχεδόν ἀπέξω τόν «Οὐσάρο». Ὁ τετράχρονος Ζένια, μικροσκοπικός καθώς ἦταν, ἔμοιαζε μέ παιδάκι ἑνάμισι ἔτους, τήν ἴδια στιγμή ὅμως ἔλεγε μεγάλες ὁλοκληρωμένες φράσεις, θαρρεῖς καί ἦταν δέκα ἐτῶν. Στό Τσιστόπολ τά ντόπια παιδάκια (δώδεκα καί δεκατεσσάρων ἐτῶν) τόν ἀντιμετώπιζαν λές κι ἦταν ἕνας ἐκπαιδευμένος λιλιπούτειος, τόν ἀκολουθοῦσαν κατά πόδας, κι ἐκεῖνος τούς ἀπήγγελλε:

 

Μύρισα κι ἦταν ξινό! Μά τί βρόμα εἶναι αὐτό!
Χόρεψα στό πάτωμα! Μά τί θαῦμα εἶναι αὐτό!
Πήδηξα καί σ’ ἅρπαξα, κι ἡ λεκάνη πίσω,
Μές στό τζάκι καί οἱ δύο. Βλέπω: ἄσχημα τά πράγματα!
Βλέπω: ἀπό τό τραπέζι κάτω κοιμᾶται τό γατί·
Φύσηξα ἀπ’ ἕνα μπουκαλάκι –
Ἄχ πῶς ξεφύσησε αὐτός! Ἐγώ: δρόμο! Νά κι αὐτός
Τρέχει πίσω ἀπ’ τή λεκάνη.
Τρέχω σέ ὅλες τίς γωνιές
Μέ τόν ὦμο ρίχνω ὅ,τι βρίσκω·
Κι ὅλα: χύτρες, σκαμνιά, τραπέζια
–Μάρς! Μάρς!– ὅλα τά ‘ριξα στό τζάκι…

 

«Μύρισα ξινό! Μά τί βρόμα εἶναι αὐτό!» –ἔγινε πλέον παροιμιώδης φράση γιά τή Λιοῦσα καί τόν Ζένια–, εἶπα στή Μαρίνα Ἰβάνοβνα.

Ἐκείνη μέ ἄκουγε παντελῶς ἀδιάφορη. Ἔτσι, φτάσαμε στήν ἴζμπα μου. Τῆς πρότεινα νά περάσει μέσα, νά δεῖ τά παιδιά, ἐκείνη ὅμως εἶπε: «Ὄχι, καλύτερα νά καπνίσω στό ἀνάχωμα» κι ἔκατσε στήν αὐλή νά καπνίσει.

Τό ποτήρι μέ τό μέλι ἔγινε δεκτό μέ ζητωκραυγές. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδείχτηκε πώς ἡ Ἴντα εἶχε σταθεῖ στήν οὐρά γιά κηροζίνη καί τά παιδιά εἶχαν φάει ἕνα κανονικό γεῦμα: μακαρόνια καί χορτόσουπα. Ἡ Ἴντα προσπάθησε νά ταΐσει κι ἐμένα, ἐγώ ὅμως ἤμουν τόσο κουρασμένη πού δέν ἤθελα νά φάω τίποτα: ἡ καταραμένη βρογχοκήλη ἀκόμη καί μετά τήν ἐγχείρηση μοῦ προκαλοῦσε ἀδυναμία καί ταχυκαρδίες. Καλά θά ἦταν νά ξαπλώσω! Πῆγα στό παράθυρο καί κάλεσα τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα νά φάει.

– Ὄχι, ὄχι, εἶπε ἐκείνη, φυσώντας καταπάνω μου τόν καπνό τοῦ τσιγάρου. Θά ἀσχοληθεῖτε μέ τά παιδιά σας γιά πολλή ὥρα ἀκόμη;

Ἄλλαξα κομπρέσα στόν Ζένια, τοῦ ἔβαλα θερμόμετρο. Δόξα τῷ Θεῷ, ἦταν σχεδόν φυσιολογική ἡ θερμοκρασία του. Στά γρήγορα ἔκανα ἐπανάληψη μέ τή Λιούσα στίς ἀγγλικές λέξεις πού εἶχε ὡς ἄσκηση ἀπό τό βιβλίο Through the Looking Glass – τό βιβλίο αὐτό (συνέχεια τοῦ Ἡ Ἀλίκη στή χώρα τῶν θαυμάτων τοῦ Carroll) μοῦ τό ἔβαλε στή βαλίτσα ὡς δῶρο ἀποχαιρετισμοῦ ὁ Κορνέι Ἰβάνοβιτς. Ὅλα αὐτά τά ἔκανα βιαστικά, ἀμήχανα, ἀνόητα – μέ πίεσε πολύ ἡ ἀνυπομονησία τῆς Τσβετάγιεβα.

Ὑπό τό ἐπιτιμητικό βλέμμα τῆς Λιούσα, βγῆκα στό δρόμο. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα καθόταν, ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο, ἐνῶ δίπλα βρίσκονταν κουβάρια μαλλιοῦ: λευκό, γαλάζιο, κίτρινο. Δέν εἶχα ξαναδεῖ τέτοια χρώματα. Θαρρεῖς καί δέν ἦταν μαλλί, ἀλλά ἕνας τρυφερός, στριφογυριστός καπνός – τά συννεφάκια τοῦ ὁποίου ἦταν πολύχρωμα, μαλακά, πού παρακαλοῦσαν νά τά πιάσουν τά χέρια, πού τόσο πολύ ἤθελες νά τά χαϊδέψεις, λές κι ἦταν πουλάκια ἤ γατάκια. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα σηκώθηκε, πέταξε τό τσιγάρο της, ἔχωσε τά κουβάρια στό σακίδιό της καί μ’ ἔπιασε, ξανά, ἀγκαζέ.

 

Τήν ὁδήγησα στήν ὁδό Μπουτλέροφ. (Ὁ μεγάλος Ρῶσος χημικός εἶχε γεννηθεῖ στό Τσιστόπολ.)

– Τά παιδιά, τά παιδιά, πρέπει νά ζεῖς γιά τά παιδιά, εἶπε ἡ Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Νά ξέρατε μόνο τί γιό ἔχω, τί ἱκανό χαρισματικό παιδί! Δέν μπορῶ ὅμως νά τόν βοηθήσω καθόλου. Μόνο κακό τοῦ κάνω. Εἶμαι πολύ πιό ἀνήμπορη ἀπ’ ὅ,τι ὁ ἴδιος. Τά μόνα χρήματα πού ἀπέμειναν εἶναι διακόσια ρούβλια. Νά μποροῦσα νά πουλήσω αὐτό τό μάλλινο…, νά μέ προσλάμβαναν λαντζιέρα, τί θαυμάσια πού θά ‘ταν. Νά πλένω πιάτα τό μπορῶ. Νά διδάσκω παιδιά δέν μπορῶ, δέν ξέρω πῶς, νά δουλέψω σέ κολχόζ δέν ξέρω, τίποτα δέν ξέρω. Δέν μπορεῖτε νά φανταστεῖτε σέ ποιό βαθμό ἀνήμπορη εἶμαι. Παλιά μποροῦσα νά γράφω ποιήματα, τώρα πιά ξέμαθα.

(«Ξέμαθα νά γράφω ποιήματα», σκέφτηκα – ἔτσι νομίζει μᾶλλον. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὅμως ἦταν δύσκολα τά πράγματα. Ἔτσι συνέβη καί μέ τόν Μπλόκ… λίγο πρίν ἀπό τό θάνατό του.)

 

3

Περπατούσαμε στόν παρόχθιο δρόμο τοῦ ποταμοῦ Καμά. Ὁ παρόχθιος αὐτός δρόμος ἦταν ἁπλῶς ἕνας βάλτος, μέ πεταμένες ἐδῶ κι ἐκεῖ ξύλινες σανίδες. Γιά τόν λόγο αὐτό, πιαστήκαμε σφιχτά ἡ μία μέ τήν ἄλλη καί περπατούσαμε χωριστά – ἐγώ μπροστά κι ἐκείνη πίσω μου. Σέ ἕνα σημεῖο ὅμως οἱ σανίδες ἑνώθηκαν καί βρεθήκαμε ξανά νά περπατᾶμε σχεδόν ἡ μία δίπλα στήν ἄλλη. Τά λόγια τῆς Μαρίνα Ἰβάνοβνα μοῦ θύμισαν τήν ἀνημποριά τῆς Ἄννας Ἀντρέγιεβνα – τά τελευταῖα χρόνια παρακολουθοῦσα ἀπό κοντά τήν καθημερινή της ζωή στό Λένινγκραντ. Ποῦ νά βρίσκεται, ἄραγε, τώρα ἡ Ἄννα Ἀντρέγιεβνα; Τί νά κάνει; Τί ἔγινε μέ τό Λένινγκραντ; Νά μποροῦσα νά ἀφήσω τή Λιούσα καί τόν Ζένια στούς γονεῖς μου καί ἡ ἴδια νά πάω ἐκεῖ – ἐκεῖ εἶναι ἡ θέση μου. Ἔφυγε, ἄραγε, ἀπό τό Λένινγκραντ ἡ Ἀχμάτοβα; Ὑπάρχει, ἄραγε, κανείς κοντά της; Θά ξαναβρεθοῦμε ποτέ;

(Ἀπό ποῦ θά μποροῦσα νά ξέρω: δέν θά περνοῦσαν οὔτε δύο μῆνες καί ἡ Ἄννα Ἀχμάτοβα θά ἐρχόταν ἐδῶ, στό Τσιστόπολ, νά μείνει μαζί μου, καί ἐγώ θά τήν πήγαινα ἀπό τόν ἴδιο δρόμο, ἀπό τίς ἴδιες ἐκεῖνες σανίδες καί θά ἔλεγα: «Νά, ἐδῶ περπατοῦσα μέ τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα». Καί θά σώπαινα, ἔχοντας θυμηθεῖ τή συνέχεια.)

– Γιά ἕνα πράγμα χαίρομαι, εἶπα σταματώντας, πού ἡ Ἀχμάτοβα δέν βρίσκεται τώρα στό Τσιστόπολ. Ἐλπίζω ὅτι τῆς ἔτυχε ἄλλο χαρτί. Ἐδῶ θά χανόταν σίγουρα.

– Για-τί; – εἶπε τονίζοντας τίς συλλαβές καθαρά ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα.

– Γιατί δέν θά μποροῦσε νά τά βγάλει πέρα μέ τήν καθημερινότητα. Δέν ξέρει νά κάνει τίποτα, ἀπολύτως τίποτα. Ἀκόμη καί στήν καθημερινότητα τῆς πόλης σέ περίοδο εἰρήνης.

Εἶδα πώς παραμορφώθηκε τό γκρίζο της πρόσωπο πίσω ἀπό τόν ὦμο μου.

– Καί πιστεύετε πώς ἐγώ μπορῶ; – φώναξε μέ ἀλλόφρονα φωνή ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα. Ἡ Ἀχμάτοβα δέν μπορεῖ καί πιστεύετε ὅτι ἐγώ μπορῶ;

Δέν εἶχα σκεφτεῖ κάν τί ξέρει καί τί μπορεῖ. Ἁπλῶς εἶπα δυνατά, σέ ὥρα ἐντελῶς ἀκατάλληλη, τήν ἀνησυχία μου. Οὔτε κι ἡ ἴδια ἄλλωστε θά ἤμουν σέ θέση, ἄν δέν εἶχα τήν Ἴντα μαζί μου, μέ τήν ἀγροτική της καρτερία, μέ τίς ἀγροτικές της ἱκανότητες (ἡ Ἴντα ἦταν Φινλανδή, ἀπό οἰκογένεια κουλάκων πού ὑπέστησαν ἀπηνεῖς διώξεις καί ἔμενε λίγο ἔξω ἀπό τό Λένινγκραντ). Ἄν δέν εἶχα τά χρήματα τοῦ Κορνέι Ἰβάνοβιτς καί τή σταθερή ἐλπίδα ὅτι θά μᾶς πάρει ἀπό ἐδῶ πρίν παγώσει ὁ Καμά… – θά μᾶς πάρει γιά νά μᾶς πάει κάπου ὅπου θά μπορέσω νά αὐτοσυντηροῦμαι.

Γιά μισό λεπτό στεκόμασταν σιωπηλές, ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ἀνέπνεε μέ δυσκολία μετά τήν κραυγή, μετά κινήσαμε γιά παρακάτω. Ντρεπόμουν: εἶχε τόσο μεγάλη ἀνάγκη νά μοιραστεῖ κάποιος τόν καημό της! Κι ἐγώ, μέ τή σκέψη μου, τήν ἔκανα νά πονέσει. Στρίψαμε ἀπό τήν παρόχθια ὁδό σέ ἕνα στενό δρομάκι. Μοῦ ἄρεσε πολύ αὐτό τό μέρος, ἦταν πιό καθαρό ἀπό τά ὑπόλοιπα.

– Νά καί ἡ ὁδός Μπουτλέροφ, εἶπα.

– Τί φρικτός δρόμος, ἀπάντησε ἀμέσως ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα. Δέν μπορῶ νά ζήσω ἐδῶ. Φρικτός δρόμος.

– Καλά, θά ψάξουμε ἄλλον. Τώρα ὅμως νά μποῦμε γιά ἕνα λεπτό στούς γνωστούς μου, τούς Σνέιντερ. Νά τούς συμβουλευτοῦμε. Θά χαροῦν πολύ, σᾶς διαβεβαιώνω. Ἔχουν ψάξει ἐδῶ γύρω – θά μᾶς συμβουλεύσουν ποῦ νά πᾶμε νά ψάξουμε.

Ἐγγυήθηκα γιά τούς Σνέιντερ – τόν Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς καί τή σύζυγό του Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα Ἀρμπούζοβα, μέ πλήρη συνείδηση, ἄν καί τούς γνώριζα ἐλάχιστα, ἤ μᾶλλον τούς εἶχα γνωρίσει προσφάτως. Μέ τόν Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς γνωριστήκαμε τό 1939 στήν Κριμαία, σέ ἕνα ἀπό τά κέντρα ἀποθεραπείας γιά φυματικούς, ὅπου ἀργοπέθαινε –καί σύντομα πέθανε– ὁ νεαρός μου φίλος, ποιητής καί κριτικός τῆς λογοτεχνίας Μίρον Λεβίν. Ἐκεῖ νοσηλευόταν τότε καί ὁ βαριά ἄρρωστος Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς. (Εἰδικός σέ ζητήματα δραματουργίας τοῦ κινηματογράφου.) Εἶχε σχεδόν διπλάσια ἡλικία ἀπό τόν Μίρον, γι’ αὐτό καί ἡ ἐξέλιξη τῆς φυματίωσης ἦταν πιό ἀργή. Ἐκεῖ, φροντίζοντας τόν Μίρον, γίναμε φίλοι. Στή συνέχεια ἔφυγα γιά τό Λένινγκραντ, καί συναντηθήκαμε ξανά κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου, στίς 28 Ἰουλίου 1941, στό ἀτμόπλοιο. Ἐδῶ μέ σύστησε στή σύζυγό του, τήν Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα (σύζυγο στό παρελθόν τοῦ Ἀρμποῦζοφ, στό μέλλον τοῦ Παουστόφσκι). Καί ὁ Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς καί ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα στόν δύσκολο δρόμο μας μέ ἐξέπληξαν μέ τήν ἐγκαρδιότητά τους, καί ἐπιπλέον ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα μέ τήν ἐνέργεια, τήν ἠρεμία καί τή φυσική της ρώμη. Γιά νά λέμε τήν ἀλήθεια, ἄν δέν ὑπῆρχε, εἶναι πολύ ἀμφίβολο ἄν τό ταξίδι μας θά εἶχε εὐτυχή κατάληξη. Στό Νίζνι, κατά τή διάρκεια τῆς ἐπιβίβασης σέ ἕνα ἄλλο ἀτμόπλοιο, ἀποδείχτηκε πώς ἀκόμη καί μέ τή βοήθεια τῆς Ἴντας –κουβαλοῦσε στήν πλάτη της καί στά χέρια της ὅλα μας τά πράγματα, ἀκόμη καί ἡ Λιούσα κουβαλοῦσε μιά βαλίτσα–, οὔτε ἐγώ, οὔτε τά παιδιά εἴχαμε τίς δυνάμεις νά βγοῦμε, μαζί μέ τό πλῆθος, ἀπό τό ἀτμόπλοιο στήν ὄχθη. Δύο ρεύματα –τῶν ἐξερχόμενων καί τῶν εἰσερχόμενων ἀτάκτως– μᾶς ἔσπρωχναν, μᾶς στρίμωχναν, μᾶς ἐμπόδιζαν. Μέσα στήν ἀνημποριά μου ταλαντευόμουν στά ἀδύναμα πόδια μου, σφίγγοντας τόν Ζένια καί κρατώντας ἀπό τό χέρι τή Λιούσα. (Ἀργότερα εἶδα πολλά παιδιά στήν Τασκένδη πού εἶχαν χάσει τούς γονεῖς τους σέ τέτοιες μετεπιβιβάσεις! Ὄχι κατά τή διάρκεια βομβαρδισμῶν, ἀλλά ἔτσι ἁπλά, καθ’ ὁδόν! Στάση, σταθμός, προκυμαία… Παιδιά, χωρισμένα ἀπό τή μάνα τους γιά χρόνια, πολλές φορές γιά πάντα.) Ἐκείνη τή στιγμή ἦρθε νά μέ βοηθήσει ἡ μεγαλόσωμη, δυνατή, ἀγαθή Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα. Παρόλο πού δέν ἄφηνε τόν ἄρρωστο σύζυγό της νά κουβαλήσει τίποτα, παρόλο πού ἔσερνε στούς ὤμους της ἕνα τεράστιο τσουβάλι, ἅρπαξε ἀπό τά χέρια μου τόν Ζένια, βγῆκε στήν ὄχθη, τόν ἔδωσε στήν Ἴντα καί ἐπέστρεψε ἄλλη μιά φορά στό ἀτμόπλοιό μας γιά νά μεταφέρει μέσα ἀπό τό πλῆθος ἐμένα καί τή Λιούσα. Βλέπετε, τήν ἐποχή ἐκείνη, οἱ ἁμαξοστοιχίες δέν κινοῦνταν βάση προγράμματος καί κάθε λεπτό καθυστέρησης θά μποροῦσε νά γίνει ἡ αἰτία χωρισμοῦ μέ τόν σύζυγό της.

Καί στό Τσιστόπολ, μέσα στίς φροντίδες γιά τόν ἄρρωστο πού ἔκανε αἱμοπτύσεις Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς, ἔβρισκε χρόνο καί δυνάμεις νά τρέξει σπίτι μας καί νά μᾶς φέρει πότε ἕνα σαπούνι, πότε ἕνα κουτί σπίρτα, πότε ζαχαρωτά. Οἱ Σνέιντερ ζοῦσαν φτωχά καί δύσκολα, ἐλπίζοντας νά βροῦν μιά ὁποιαδήποτε ἐργασία καί δέν εἶχαν τίποτα, δέν τούς ἄκουσα ὅμως οὔτε μιά φορά νά δυσανασχετοῦν.

Ἔτσι, γνώριζα πολύ καλά ὅτι πηγαίνω τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα σέ ἀνθρώπους ἐγκάρδιους καί εὐγενικούς, ἀλλά δέν περίμενα τήν ὑποδοχή πού μᾶς ἔκαναν. Ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα ἀμέσως καί δίχως ἐπισημότητα μέ εὐχαρίστησε πού τούς πῆγα ἕναν τόσο πολύτιμο ἐπισκέπτη. «Ὅλη μου τή ζωή ὀνειρευόμουν νά γνωρίσω τή Μαρίνα Τσβετάγιεβα», εἶπε καί θαρρεῖς ὡς παρασύνθημα ἀπήγγειλε τό στίχο: «Στή Μόσχα μου φλέγονται οἱ θόλοι τῶν ἐκκλησιῶν»… Παίρνοντας τό παλτό καί τό σακίδιο τῆς Τσβετάγιεβα, ἀφοῦ τήν ἔβαλε νά καθίσει στό τραπέζι, ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα ρώτησε:

– Πεῖτε, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, πῶς μπορέσατε τό 1916 νά προβλέψετε τόν ἐπικείμενο θάνατο τοῦ Μπλόκ;

 

Νόμιζαν – ἄνθρωπος!
Τόν ὑποχρέωσαν νά πεθάνει.
Τώρα πιά πέθανε. Γιά πάντα!
Κλάψτε τόν πεθαμένο ἄγγελο!

 

Πῶς εἴχατε αὐτό τό προαίσθημα;

– Ἀπό τά ποιήματά του, φυσικά, ἀπάντησε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα. Ἐκεῖ τά γράφει ὅλα.

Δέκα λεπτά ἀφότου καθίσαμε στό τραπέζι, στό ὁποῖο ἦταν στρωμένο ἕνα λευκό τραπεζομάντιλο (στό δωμάτιο ὅλα ἔλαμπαν, θαρρεῖς κι ἦταν ἕνα ὄμορφο δωμάτιο νοσοκομείου: ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα εἶχε βρεῖ ἀντισηπτικό καί ἔπλενε καθημερινά τό πάτωμα καί τά παράθυρα), στό τραπέζι βρίσκονταν: ἕνα τσαγερό πού ἄχνιζε, ἐπιμελῶς κομμένες φέτες μαῦρο ψωμί, καί ἀντί γιά ζάχαρη ζαχαρωτά. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ἔπινε μέ μεγάλες γουλιές τσάι, ἔχοντας ἀφήσει τό τσιγάρο της, ἐνῶ ὁ Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς μέ ἱκετευτικό βλέμμα τήν κοιτοῦσε μέ τά λαμπερά ἄρρωστα μάτια του, τήν παρακάλεσε νά καπνίσει, δίχως νά σκέφτεται τόν ἀδιάκοπο βήχα του. Ἤρεμα, χαρούμενα, ἁρμονικά πηγαινοερχόταν στό δωμάτιο ἡ ξανθιά Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα, ἀνοίγοντας τό πτυσσόμενο κρεβάτι καί στρώνοντας τά σεντόνια. «Δέν θά σᾶς ἀφήσουμε νά πᾶτε σέ κανένα κοινόβιο» εἶπε. «Ἐκεῖ εἶναι βρόμικα καί στενάχωρα. Θά μείνετε σ’ ἐμᾶς, νά ἀπαγγείλετε στίχους, μετά θά φᾶμε καί θά κοιμηθοῦμε. Τό πρωί θά πᾶμε νά ψάξουμε μαζί νά βροῦμε ἕνα δωμάτιο ἐδῶ κοντά – ἔχω ἐντοπίσει ἤδη μερικά. Ἔχω προλάβει νά μελετήσω ὅλους τούς σπιτονοικοκύρηδες… Θά μᾶς ἀπαγγέλλετε στίχους γιά τόν Μπλόκ, εἶναι οἱ ἀγαπημένοι μου, μετά ὅποιους ἄλλους θέλετε ἐσεῖς… Καί ὅταν βροῦμε δωμάτιο – θά πάρετε ἄδεια παραμονῆς καί θά πᾶτε στήν Ἐλάμπουγκα νά φέρετε τόν γιό σας».

Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ἄλλαζε μπροστά στά μάτια μας. Τά γκρίζα της μάγουλα ἄρχισαν νά ἀποκτοῦν χρῶμα. Τά μάτια της ἀπό κίτρινα ἔγιναν πράσινα. Ἀφοῦ ἤπιε τσάι, κάθισε στό ντιβάνι καί κάπνισε. Καθισμένη ἀκριβῶς ἀπέναντι, κοίταζε μέ ἐνδιαφέρον τά καινούργια πρόσωπα. Ἐγώ πάλι, κοιτώντας την, προσπαθοῦσα νά φανταστῶ πόσων χρονῶν ἦταν. Μέ κάθε λεπτό πού περνοῦσε γινόταν νεότερη.

– Μέ προϋπαντήσατε μέ τόσο εἰλικρινή χαρά, εἶπε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα, ἀπευθυνόμενη στούς σπιτονοικοκύρηδες, πού νιώθω ὑποχρεωμένη νά σᾶς πῶ μιά ἱστορία.

(Ἀποτυχημένη ἀρχή, σκέφτηκα. Αὐτοί –ὅπως κι ἐγώ– γνωρίζουν πολύ καλά ὅτι ἡ Τσβετάγιεβα εἶναι ταλαιπωρημένη. Καί ἐπειδή τό γνωρίζουν, τή δέχτηκαν μέ τόση χαρά.)

Τά νέα πράγματα πού ἔμαθα ἀπό τήν ἱστορία της ἦταν: ἡ καθαρότητα στήν ἐκφορά τῶν λέξεων, ἡ ἀντίστοιχη ξεκάθαρη ἀκαμψία τῆς στάσης τοῦ σώματός της· ἡ ὁλοφάνερη σφοδρότητα τῶν ἀπότομων κινήσεων, ἀλλά καί ἐκείνη ἡ διαύγεια τῆς σκέψης, μέ τήν ὁποία, κρίνοντας ἀπό τήν ἀφήγησή της, κατανοοῦσε πόσο σκληρά ἐξαπατήθηκαν ὁ σύζυγος καί τά παιδιά της, πού διψοῦσαν νά ἐπιστρέψουν στήν πατρίδα. Ἐκεῖ, κατάλαβε τί σημαίνει τό ἐδῶ.

– Ὁ Σεργκέι Γιάκοβλεβιτς ἔφερε κάποτε στό σπίτι μιά ἐφημερίδα φιλικά διακείμενη πρός τή Σοβιετική Ἕνωση, ἐννοεῖται, στήν ὁποία ὑπῆρχαν φωτογραφίες ἑνός ἑστιατορίου γιά ἐργάτες σέ κάποιο ἐπαρχιακό ἐργοστάσιο. Τά τραπεζάκια ἦταν καλυμμένα μέ κολλαρισμένα τραπεζομάντιλα, τά σκεύη ἔλαμπαν· στό κέντρο κάθε τραπεζιοῦ ἕνα βάζο μέ λουλούδια. Τοῦ εἶπα: καί στά πιάτα τί ἔχει; Καί στά μυαλά;

Ρωτοῦσε ὅμως, ὄχι τόν Σεργκέι Γιάκοβλεβιτς, ἀλλά, μᾶλλον, ἐμᾶς, καί αὐτά τά ἐπίμονα «καί;», διακόπτοντας τή ροή τοῦ λόγου, πετιόνταν ἀπό τά χείλη της μέ ἰλιγγιώδη ταχύτητα τόσο ξαφνικά, θαρρεῖς κι ἦταν τό πῶμα μιᾶς φιάλης. – Καί τό μέλλον τί;

Ἀφηγήθηκε μέχρι τέλους τήν ἱστορία της, μέχρι τήν ἡμέρα σύλληψης τῆς θυγατέρας της, καί μετά τοῦ συζύγου της, δηλαδή μέχρι τήν ἄνοιξη τοῦ 1939. Πρόφερε τήν τελευταία φράση γρήγορα καί σώπασε. Καί, ὅταν σώπασε, κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν τόλμησε νά τῆς πεῖ νά συνεχίσει. Θά ἦταν πολύ σκληρό νά τήν ὑποχρεώσουμε νά συνεχίσει νά μιλάει.

– Ἀπαγγεῖλτε μας ποιήματα γιά τόν Μπλόκ, παρακάλεσε ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα.

– Εἶναι παλιά. Δέν θέλω. Θά σᾶς ἀπαγγείλω τή «Νοσταλγία γιά τήν πατρίδα». Γύρισα τό βλέμμα μου, ὄχι πάνω της, μά στό παράθυρο. Δίχως νά βλέπεις, εἶναι καλύτερα ν’ ἀκοῦς.

 

Νοσταλγῶ τήν πατρίδα! Ἀπό παλιά
Φανερωμένο σκότος!
Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο παντελῶς –
Πού θά ‘μαι ἀπολύτως μόνη

 

Νά ζεῖς, μά σέ ποιές πατώντας πέτρες
Στό σπίτι μέ τό σακίδιο τοῦ παζαριοῦ νά φτάσεις
Στό σπίτι, χωρίς νά ξέρεις ἄν τό δικό μου
Νοσοκομεῖο εἶναι ἤ στρατώνας.

 

Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο παντελῶς, ἀνάμεσα σέ ποιά
Πρόσωπααἰχμάλωτος θά βρεθεῖ
λέοντας, ἀπό ποιό ἀνθρώπινο περιβάλλον
θά ἐξοβελιστεῖςὁπωσδήποτε

 

Στόν ἑαυτό σου, στό μονοπρόσωπο τῶν αἰσθημάτων.
Τῆς Καμτσάτκας, τῆς ἀρκούδας, χωρίς πάγους.
Ὅπου κι ἄν ζήσεις (καί δέν θά προσπαθήσω)
Ὅπου κι ἄν ταπεινωθῶ – τό ἴδιο μοῦ κάνει,

 

Δέν ξελογιάζομαι καί μέ τή γλώσσα
Τή μητρική, τό κάλεσμά της τό ἀστρικό.
Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο παντελῶς – μέ ποιά
Μή κατανόηση θά μέ συναντήσουν.

 

Σώπασε. Αὐτό τό «Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο παντελῶς – μέ ποιά» τό πρόφερε μέ μεγαλοπρεπή περιφρόνηση. Προκλητική. Μέ τρομερή εἰρωνεία. Τό ποίημα τελείωνε ξαφνικά, λές καί ἦταν μιά γόπα τσιγάρου πού πρόλαβε νά καεῖ μέχρι τέλους.

– Δέν θέλω. Συμπαθᾶτε με. Τό βράδυ θά σᾶς ἀπαγγείλω κάτι ἄλλο, γιά παράδειγμα, «Τό ποίημα τοῦ ἀγέρα». Μᾶλλον, δέν γνωρίζετε καθόλου τά μεγάλα μου ποιήματα, ἔτσι δέν εἶναι;

Ὄχι, δέν τά γνωρίζαμε. Τί ποιήματα! Ἐκείνη τήν ἐποχή δέν γνωρίζαμε τά ἐννέα δέκατα τῶν ἔργων τῆς Τσβετάγιεβα. Δέν γνωρίζαμε τό «Τραπέζι». Δέν γνωρίζαμε τή «Βάτο». Δέν γνωρίζαμε τίς «Ἀπόπειρες ζήλιας». Δέν γνωρίζαμε – τίποτα δέν γνωρίζαμε ἀπό τή μεγαλοφυή της πρόζα! Ὅλα αὐτά, τά εἶχαν κλέψει ἀπό μᾶς, φυλάσσονταν σέ χῶρες μακρινές, κατά τή διάρκεια πολλῶν δεκαετιῶν ἔφτανε στά χέρια μόνο τῶν λίγων ἐκλεκτῶν, ἐνῶ στό σαμιζντάτ καί στίς ἐκδόσεις ἄρχισε νά ἐμφανίζεται σταδιακά, μόνο στό δεύτερο μισό τῆς δεκαετίας τοῦ 1950.

Καί μόνο τότε, στή δεκαετία τοῦ 1950, ἄκουσα τό τέλος ἀπό τή «Νοσταλγία γιά τήν πατρίδα» καί κατάλαβα, γιατί μέσα στήν ἀπόγνωση, στό Τσιστόπολ, δέν θέλησε νά μᾶς ἀπαγγείλει τό τελευταῖο τετράστιχο. Σ’ αὐτό, βλέπετε, μετά ἀπό ὅλες τίς λυσσαλέες ἀρνήσεις, μετά ἀπό ὅλα τά ὄχι, περιλαμβάνεται ἕνα κάποιο ναί, μιά βεβαίωση, μιά ἀναγνώριση τῆς ἀγάπης.

 

Ξένο μοῦ εἶναι κάθε σπίτι, ἄδειος γιά μέ κάθε ναός,
Καί ὅλα ἀδιάφορα, καί ὅλα ἴδια.
Ἄν ὅμως καθ’ ὁδόν μιά βάτος
ὀρθώνεται, ἰδιαίτερα – σουρβιά…

 

ἄν ὀρθώνεται καθ’ ὁδόν μιά βάτος σουρβιά τότε μαζί μ’ αὐτή, σέ ἀντίθεση μέ ὅλα ὅσα κραύγασε πιό πάνω, θά μεγαλώσει καί ἡ νοσταλγία γιά τήν πατρίδα, ἐκείνη τήν πατρίδα, τήν ὁποία τόσο ἐνεργά καί μέ τόση περιφρόνηση πρίν ἀπό λίγο χαρακτήρισε «φανερωμένο σκότος».

Ὅσο ἡ Τσβετάγιεβα ἀπάγγελλε, ἐγώ προσπαθοῦσα νά κατανοήσω τίνος τήν ἀπαγγελία μοῦ θυμίζει. Ἡ ἔνταση, ἡ ὑγρασία – καί κάτι σάν μαχητική μοναξιά. Ἀπαγγέλλοντας, μεταμορφώνεται σέ ἕνα αἰχμάλωτο αὐτοκρατορικό θηρίο, πού περιφρονεῖ τό κλουβί καί τούς θεατές.

 

Δέν ξελογιάζομαι καί μέ τή γλώσσα
Τή μητρική, τό κάλεσμά της τό ἀστρικό.
Μοῦ εἶναι ἀδιάφορο παντελῶς – μέ ποιά
Μή κατανόηση θά μέ συναντήσουν.

 

Θυμήθηκα! Ὁ Μαγιακόφσκι. Κάποτε, ὅταν ἤμουν παιδί, στό Κουοκκαλέ, εἶχα ἀκούσει τόν Μαγιακόφσκι. Ἀπήγγειλε στόν πατέρα μου τό «Σύννεφο μέ παντελόνια». Κι ἐκεῖνος, μεταμορφωνόταν σέ αἰχμαλωτισμένο θεριό – ἄγριο, ἀνυπόταχτο, ἀνάμεσα σέ χειρώνακτες.

Ὑποσχέθηκε νά μᾶς ἀπαγγείλει κι ἄλλο – ὄχι τώρα, μά ἀργότερα. Συμφωνήσαμε τά ἑξῆς: ἐγώ θά πάω στό τηλεγραφεῖο καί θά στείλω τηλεγράφημα στήν Ἐλάμπουγκα, στόν γιό της. Ἐκείνη μοῦ ὑπαγόρευσε τή διεύθυνση καί τό κείμενο: «Ψάχνω δωμάτιο, ἔρχομαι σύντομα». Στή συνέχεια θά περάσω ἀπό τό κοινόβιο, θά ψάξω κάποια Βαλέρια Βλαντίμιροβνα (ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα κοιμόταν στό ἴδιο δωμάτιο μ’ αὐτή) καί θά τήν ἐνημερώσω ὅτι σήμερα ἡ Τσβετάγιεβα δέν θά πάει νά κοιμηθεῖ ἐκεῖ. Ὅσο ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα θά ξεκουράζεται στό πτυσσόμενο κρεβάτι στό σπίτι τῶν Σνέιντερ, ἡ Τατιάνια Ἀλεξέγιεβνα θά πεταχτεῖ ἐκεῖ κοντά, σέ μιά γνωστή της, νά μάθει ἄν νοικιάζει κάποιο δωμάτιο. Καί στίς ὀκτώ τό βράδυ θά ξαναέρθω – καί τότε ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα θά μᾶς ἀπαγγείλει τό «Ποίημα τοῦ Ἀγέρα». Ἐγώ θά ἀπαγγείλω τό τελευταῖο ἀπό τά ποιήματα τοῦ Παστερνάκ πού γνωρίζω. (Στό Περεντέλκινο ὁ Μπορίς Λεονίντοβιτς χάρισε στόν Κορνέι Ἰβάνοβιτς τά ποιήματα «Πεῦκα», «Ἄνοιξη ξανά», «Πάχνη». Ἀμέσως τά ἀντέγραψα στό τετράδιό μου καί, φεύγοντας, τά πῆρα μαζί μου.)

Στό ταχυδρομεῖο ἔστειλα γρήγορα τό τηλεγράφημα, ἀλλά στήν οὐρά γιά τό post restant στάθηκα γιά ὥρα πολλή. Μπροστά στά μάτια μου, οἱ λίγοι, οἱ σπανίως τυχεροί, ἔπαιρναν τό τρίγωνο ἤ τό τετράγωνο, ἐνῶ ἡ πλειονότητα κι ἐγώ τίποτα, ἀπό κανέναν, ἀπό πουθενά. Αὐτή ἡ ἔλλειψη νέων, αὐτή ἡ σιωπή ἦταν πολύ πιό εὔγλωττη ἀπό ὁποιοδήποτε ἀνακοινωθέν. Ἦταν ἀδύνατον, βλέπετε, νά πεθάνουν ὅλοι μαζί ταυτόχρονα ἤ ὅλοι μαζί νά μέ ξεχάσουν! Ἡ σιωπή σήμαινε: παντοῦ στήν πατρίδα μας χλαπαταγή, βόμβες, σφαῖρες, χειροβομβίδες, πυροβόλα, τεθωρακισμένα.

 

4

Βγῆκα ἀπό τό ταχυδρομεῖο, πειραγμένη ἀπό τήν ἀτυχία μου. Ἐκείνη τήν περίοδο λαχταροῦσα νά ἔχω νέα, μά δέν ὑπῆρχαν. Τότε, δέν καταλάβαινα ἀκόμη ὅτι ἡ ἀπουσία νέων εἶναι μεγάλη εὐλογία. Ὅταν, τελικά, ἔφυγα ἀπό τό Τσιστόπολ καί τά νέα ἔπεφταν κυριολεκτικά ἀπό τόν οὐρανό, ἦταν κάπως ἔτσι: ὁ νεότερος ἀδελφός μου, ὁ πατέρας τοῦ Ζένια, σκοτώθηκε ἔξω ἀπό τή Μόσχα. Ὁ πρῶτος μου σύζυγος, ὁ πατέρας τῆς Λιούσα, σκοτώθηκε στό Λένινγκραντ. Οἱ συγγενεῖς μου ἀπό τό Κίεβο, γιά νά σωθοῦν ἀπό τούς Γερμανούς, ἔφυγαν ἀπό τήν πόλη μέ τήν τελευταία ἁμαξοστοιχία – διαφορετικά θά τούς εἶχαν σκοτώσει στό Μπάμπι Γιάρ! Ὁ θάνατος ὅμως μέ τή μορφή τοῦ τύφου τούς βρῆκε στό δρόμο: οἱ γέροντες πέθαναν στό πάτωμα ἑνός μικροῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ. Τό Λένινγκραντ, βομβαρδιζόμενο, ὅλο ἐκρήξεις, πάγωνε, ἀργοπέθαινε, μετατρεπόταν σέ πόλη-νεκροτομεῖο.

… Φεύγοντας ἀπό τό ταχυδρομεῖο, μετά δυσκολίας θυμόμουν ποῦ ἔπρεπε νά πάω. Ναί, ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα μέ εἶχε παρακαλέσει νά περάσω ἀπό τό κοινόβιο καί νά τούς ἐνημερώσω ὅτι θά διανυκτερεύσει στό σπίτι τῶν Σνέιντερ. Δέν χρειάστηκε ὅμως νά περάσω ἀπό τό κοινόβιο: στήν εἴσοδο τοῦ ταχυδρομείου συνάντησα τή Βαλέρια Βλαντίμιροβνα καί τῆς ἀνέθεσα νά κάνει τή δουλειά μου. Ἐκείνη, ἀντί γιά ἄλλη ἀπάντηση, μοῦ ἔφερε ἕνα εὐχάριστο νέο: ἡ Ζιναΐντα Νικολάγιεβνα Παστερνάκ σκόπευε νά ἀγοράσει ἀπό τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα μαλλί γιά 200 ρούβλια.

 

Ἔτρεξα σπίτι. Ὁμολογῶ πώς δέν ἤθελα νά πάω. Στό Τσιστόπολ ἡ βρομιά μοῦ προκαλοῦσε κατάθλιψη. Τό δωμάτιό μας κάπως τό συμμαζεύαμε, ἡ κουζίνα ὅμως καί τό μισό μέρος τοῦ σπιτιοῦ ἀνῆκαν στή σπιτονοικοκυρά! Στά μισοπεσμένα ἀπό τή σαπίλα ξύλα τοῦ φράχτη κάθονται μονίμως, πετώντας βαριεστημένες, ἀπό τό ἕνα σημεῖο στό ἄλλο, παχιές πράσινες μύγες. Ὁ φράχτης εἶναι καλυμμένος ἀπό τά περιττώματά τους. Στήν αὐλή ἔχει βρόμα μέχρι τό γόνατο: τό μόνο πού σέ σώζει εἶναι οἱ μικρές σανίδες. Ὁ στάβλος εἶναι ἑτοιμόρροπος: αὐτή ἡ δύστυχη βρόμικη ἀγελάδα ξύνει τήν πλάτη της στόν τοῖχο, θαρρεῖς καί δέν εἶναι ἀγελάδα, μά γουρούνι. Ἡ σπιτονοικοκυρά ἀρμέγει τό γάλα σέ ἕναν βρόμικο κουβά. Στήν κουζίνα ἔχει πετσέτες –ὄχι ὅποιες κι ὅποιες– μά κεντημένες, οἱ γιοί τῶν σπιτονοικοκύρηδων ὅμως σκουπίζουν σ’ αὐτές ὄχι μόνο τά χέρια τους, ἀλλά καί ὁρισμένες φορές τά πόδια τους, καθώς μπαίνουν ἀπό τήν αὐλή. Εἶναι ἁμαρτία νά παρεξηγηθῶ ὅμως: οἱ σπιτονοικοκύρηδες εἶναι φίλοι τῆς Ἴντα, τρυφεροί μέ τά παιδιά, τά ἀγόρια τους κερνοῦν τόν Ζένια καί τή Λιούσα πότε ἕνα καρότο, πότε ἕνα γογγύλι, κατευθείαν ἀπό τό περιβόλι, ἡ βρόμα ὅμως, ἡ βρόμα γεμίζει τήν ψυχή μου μελαγχολία καί θλίψη.

Ντροπή σου: δέν εἶμαι δά κι αἷμα, ἁπλή βρόμα! Ἡ μαύρη ὑγρή βρομιά, καί ὄχι αἷμα, πού χώνεται στή γῆ ἤ πού γεμίζει τούς νερόλακκους τῆς ἀσφάλτου.

Ἐπιστρέφοντας σπίτι, στήν παρόχθια ὁδό, ἦταν μιά γριούλα. Στεκόταν καί σταυροκοπιόταν. Κοίταξα γύρω μου: δέν ὑπῆρχε καμιά ἐκκλησιά. Ἡ γριούλα προσευχόταν στό γραμματοκιβώτιο. Εἶχε γονατίσει μπροστά του. (Ἦταν καρφωμένο σέ ἕναν σαπισμένο στύλο.) Οἱ γιοί της; Τέσσερις γιούς σκότωσαν οἱ σφαῖρες μήπως, ἤ θέλει νά μάθει γιά τό μοναχοπαίδι της; Πιάστηκε ἀπό τό στύλο, προσπαθώντας νά σηκωθεῖ. Τή βοήθησα. Τά μάτια της μαῦρα ἀπό τό κλάμα, μάτια παραφρονημένα ἀπό τήν ἀναμονή. Ἔμοιαζαν μέ τά μάτια ἐκείνων πού στέκονταν στίς οὐρές ἔξω ἀπό τίς φυλακές καί τά κρατητήρια.

Στό σπίτι ὅλα καλά. Ἔφαγα βιαστικά κρύα μακαρόνια. Ἡ Ἴντα ἔπαιζε χαρτιά μέ τή σπιτονοικοκυρά καί ὁ Ζένια, φορώντας μάλλινες κάλτσες καί μέ μιά κομπρέσα στό σβέρκο, τριγυρνοῦσε. Ἡ Λιούσα ἦταν ἀπασχολημένη μέ τό μαντάρισμα: εἶχε περάσει μιά κάλτσα σέ ἕνα μεγάλο ξύλινο κουτάλι – δῶρο τῆς σπιτονοικουρᾶς. Κάθισα δίπλα στόν πάγκο. Δέν μείναμε ὅμως γιά πολλή ὥρα μαζί: ἡ Λιούσα εἶδε ἀπό μακριά τόν Πιότρ Ἀντρέγιεβιτς Σεμίνιν νά ἔρχεται βιαστικά.

Εἶναι δικέφαλος! Μαμά, κοίτα! Ἔχει δύο κεφάλια! Διασχίζοντας τό δρόμο, ἐρχόταν στήν ἴζμπα μας, ὁ φίλος μου, ὁ ποιητής Πιότρ Ἀντρέγιεβις Σεμίνιν, τόν ὁποῖο δέν εἶχαν πάρει οὔτε στόν στρατό οὔτε στήν πολιτοφυλακή, ἐξαιτίας μιᾶς ἀσθένειας τῶν ματιῶν του. Κουβαλοῦσε στούς ὤμους τόν μικρό του γιό. Ἀφήνοντας τόν Σάσα στή γῆ, κάθισε δίπλα μου. Κάποιος τοῦ εἶπε ὅτι εἶπα στήν Τσβετάγιεβα νά ψάξει δωμάτιο, καί πέρασε νά ρωτήσει ἄν βρέθηκε τίποτα. Τοῦ εἶπα πῶς εἶχαν τά πράγματα.

– Ξέρετε μέ ποιόν μοιάζετε; – εἶπα. Ἀξύριστος, ἡλιοκαμένος, φορᾶτε καί μαῦρο πουκάμισο μέ μαζεμένα μανίκια; Ἐσεῖς, ὅταν κουβαλᾶτε τόν ξανθομάλλη ὀμορφονιό σας, μοιάζετε μέ κλέφτη, Τσιγγάνο, πού ἔκλεψε ἕνα παιδάκι ἀπό τήν πόλη. Εἶναι τόσο ὄμορφος. Ὁ μικρός λόρδος Φάουντλερ – ἴδιος. Τό μόνο πού χρειάζεται εἶναι ἕνας κεντημένος γιακάς καί ἕνα βελούδινο σακάκι.

Ὁ Σάσα, σιωπηλός, ζήτησε ἀπό τή Λιούσα τό ξύλινο κουτάλι, σιωπηλά τό ἔσερνε πάνω στό παγκάκι. Δέν εἶχα ξαναδεῖ πιό ὄμορφο μωρό. Χρυσοί βόστρυχοι. Λευκό τρυφερό πρόσωπο. Μαῦρα μάτια, μάτια φρύδια κάτω ἀπό τούς χρυσούς βοστρύχους καί μαῦρες βλεφαρίδες τόσο μακριές πού σκέπαζαν τό μισό πρόσωπο. Ὁ Πιότρ Ἀντρέγιεβιτς δέν μοῦ χαμογέλασε.

– Τί, ἄσχημο ἦταν τό ἀνακοινωθέν; ρώτησα.

Ἔγνεψε.

– Σάν τό χθεσινό;

– Χειρότερο.

Στή συνέχεια μοῦ διηγήθηκε γιά τή συνεδρίαση τοῦ Σοβιέτ τῶν Προσφύγων – ἀποδείχτηκε πώς ἦταν μέλος τοῦ Σοβιέτ καί ἦταν παρών. Στήν ἀρχή κάλεσαν τή Μαρίνα Ἰβάνοβνα –εἶχε προσκληθεῖ ἐκ τῶν προτέρων– καί τῆς ζήτησαν νά ἐξηγήσει γιατί θέλει νά μετακομίσει ἀπό τήν Ἐλάμπουγκα στό Τσιστόπολ. Ὁ Σεμίνιν θεωροῦσε αὐτή τήν ἐρώτηση ξεδιάντροπη, ἐκδικητική. «Βλέπετε ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἀνακριτικό ὄργανο, οὔτε ἀστυνομία, αὐτό δέν εἶναι ἐρώτηση, εἶναι ἀνάκριση!» – ἐπαναλάμβανε διαρκῶς. Τί δουλειά ἔχει ὁ καθένας νά ξέρει ποῦ καί γιατί αὐτή θέλει νά ζήσει; Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ἀπάντησε μέ μονότονη φωνή, ἐπαναλαμβάνοντας τίς ἴδιες συνεχῶς λέξεις πού εἶχε ἀποστηθίσει: «Στήν Ἐλάμπουγκα ὑπάρχει μόνο ἕνα ἐργοστάσιο παραγωγῆς ἀλκοολούχων ποτῶν. Ὅμως ἐγώ θέλω ὁ γιός μου νά πάει σχολεῖο. Στό Τσιστόπολ θά τόν γράψω στήν τεχνική σχολή. Σᾶς παρακαλῶ νά μοῦ δώσετε τή θέση τῆς λαντζιέρας…» Ἐκείνη ἔφυγε κι ἐμεῖς περάσαμε στή συζήτηση. Διάβασαν δυνατά τήν ἐπιστολή τοῦ Ἀσέγιεφ: ὑποστηρίζει τήν αἴτηση τῆς Τσβετάγιεβα. Ὁ Τρένεφ μίλησε ἀπαράδεκτα. Δήλωσε πώς ἡ Τσβετάγιεβα καί ὅταν ζοῦσε στή Μόσχα εἶχε «ὑπεροπτική» συμπεριφορά. Ναί, βλέπετε αὐτή δέν τά παρατοῦσε, μετέφραζε! Στή συνέχεια θεώρησε σκόπιμο νά θυμίσει στούς συντρόφους πώς ἡ ἐποχή εἶναι πολεμική, καί ὁ σύζυγος τῆς Τσβετάγιεβα, βλέπετε, ἔχει συλληφθεῖ καί ἡ κόρη της ἐπίσης· καί ξανά, ἔχουμε πόλεμο, θά πρέπει νά διπλασιάσουμε τήν ἐπαγρύπνησή μας, ὅλοι αὐτοί ἦταν μέχρι πρόσφατα ἐμιγκρέδες, ὁ σύζυγος τῆς Τσβετάγιεβα στό παρελθόν ἦταν ἀξιωματικός τῶν Λευκῶν. Ἄν ἡ κυβέρνηση θεώρησε σκόπιμο νά στείλει τήν Τσβετάγιεβα στήν Ἐλάμπουγκα, τότε ἄς ζήσει ἐκεῖ, ἐμεῖς ὅμως δέν πρέπει νά ἀνακατευτοῦμε στίς ἐντολές τῆς κυβέρνησης… Θανατηφόρα δημαγωγία. Μοῦ προκαλεῖ ἀηδία μέχρι τώρα. Τί δουλειά ἔχει ἐδῶ ἡ κυβέρνηση; Τί δουλειά ἔχει τό ὅτι ἔχουμε πόλεμο; Ἡ Λέσχη Λογοτεχνῶν ἀποφάσισε ὅτι τό Τσιστόπολ εἶναι γεμάτο καί ἄρχισε νά ἐγκαθιστᾶ λογοτέχνες στήν ἀμέσως ἑπόμενη πόλη… Μέ πολλή ἐνέργεια ἔφεραν ἀντιρρήσεις στόν Τρένεφ ὁ Μπορίς Ἀμπράμοβιτς Ντέρμαν, ἡ Βέρα Σμιρνόβα· εἶπα κι ἐγώ μερικά πράγματα… Στή συνέχεια ψηφίσαμε. Ὁ Τρένεφ ἔμεινε μέ τή μίζερη μειοψηφία του, σχεδόν ὅλοι ψήφισαν ὑπέρ.

Ὁ Πιότρ Ἀντρέγιεβιτς ἀνέβασε τόν Σάσα στούς ὤμους του. Ὁ μικρός λόρδος Φάουντλερ δέν ἤθελε ἐπ’ οὐδενί νά δώσει πίσω στή Λιούσα τό κουτάλι – σιωπηλός ἀλλά ἀμετακίνητος.

Στό τέλος τό ἔδωσε.

Μέ τή Λιούσα τούς συνοδεύσαμε μέχρι τή γωνία.

– Καλά πού ἤσασταν ἐκεῖ, εἶπα στόν Πιότρ Ἀντρέγιεβιτς, ἀποχαιρετώντας τον. Βοηθήσατε νά ξεμπερδεύουμε μέ τόν Τρένεφ.

– Ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀηδία νιώθω, ἀπάντησε ὁ Σεμίνιν.

Ἀφοῦ ἔκατσε λίγο ἀκόμη μέ τή Λιούσα, ἅρπαξα τά ποιήματα τοῦ Παστερνάκ καί ξεκίνησα γιά τό σπίτι τῶν Σνέιντερ. Ἐκτός ἀπό τά ποιήματα, πήγαινα στή Μαρίνα Ἰβάνοβνα κι ἕνα καλό νέο: βρέθηκε ἀγοραστής γιά τό μαλλί της. Στούς Σνέιντερ ὅμως, ὅπου ἔφτασα στίς ὀκτώ ἡ ὥρα ἀκριβῶς, πρός μεγάλη μου ἔκπληξη, μέ περίμενε μιά δυσάρεστη ἔκπληξη: ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα δέν ἦταν ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἔφυγα τό μεσημέρι, ἐκείνη ξάπλωσε, ξεκουράστηκε καί στή συνέχεια, ξαφνικά, εἶπε ὅτι πρέπει κατεπειγόντως νά πάει στό ξενοδοχεῖο. Ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα τή συνόδευσε. Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα ὑποσχέθηκε νά γυρίσει στίς ὀκτώ ἡ ὥρα γιά νά διανυκτερεύσει. «Μήπως χάθηκε στό δρόμο γυρίζοντας;» ρώτησα. «Ὄχι, εἶπε ὅτι θά τή συνοδεύουν».

 

Περιμέναμε μέχρι τίς δέκα καί μισή. Ὁ Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς φορώντας τίς πιτζάμες του ἦταν ξαπλωμένος στό κρεβάτι. Εἶχε τριανταοκτώ πυρετό. Ἡ Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα δύο φορές βγῆκε στό δρόμο νά κοιτάξει. Εἶδα ὅτι ὁ Μιχαήλ Γιάκοβλεβιτς δέν ἦταν καλά: οἱ κόκκινες κηλίδες τοῦ πυρετοῦ ἔκαιγαν στό ἐξαντλημένο του πρόσωπο. Ἔπρεπε νά φύγω. Μετά τίς δέκα ἡ ὥρα στό Τσιστόπολ εἶναι νύχτα βαθιά. Συνεννοηθήκαμε ὡς ἑξῆς: τώρα θά φύγω, τό πρωί θά πεταχτῶ στό κοινόβιο καί θά μάθω: ἄν ὅλα εἶναι καλά, ἄν ἐπέστρεψε νά διανυκτερεύσει ἐκεῖ ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα. Καί νά ἐνημερώσω τούς Σνέιντερ.

Τό πρωί πῆγα πολύ νωρίς. Στό κατώφλι τοῦ κοινοβίου μέ προϋπάντησε ἡ ἴδια ἡ Βαλέρια Βλαντίμιροβνα. Μέ συνάντησε λέγοντας:

– Σ’ ἐσᾶς ἐρχόμουν.

Ἡ Μαρίνα Ἰβάνοβνα εἶχε διανυκτερεύσει στό κοινόβιο. Τό πρωί ἔφυγε ἐπειγόντως γιά τήν Ἐλάμπουγκα. Εἶχε ἀποφασίσει νά μεταφέρει τόν γιό της στό Τσιστόπολ, μαζί νά ψάξουν νά βροῦν δωμάτιο καί, ἀφοῦ τό βροῦν, νά τελειώσει μέ τήν Τβεριάκοβα τήν ὑπόθεση.

«Λογικό μοῦ φαίνεται», ἔγραψα στή Τατιάνα Ἀλεξέγιεβνα καί ἔστειλα τό σημείωμα μέ τή Λιούσα. «Ὁ γιός της, καλύτερα ἀπό ἐμᾶς, θά ξέρει τί δωμάτιο τούς χρειάζεται».

… Ἀπ’ ὅσο μπορῶ νά ὑπολογίσω, ἡ Τσβετάγιεβα ἔφυγε ἀπό τό Τσιστόπολ γιά τήν Ἐλάμπουγκα στίς 28 Αὐγούστου. Λίγες μέρες ἀργότερα στό ταχυδρομεῖο, στήν οὐρά γιά τό γκισέ, ἄκουσα τό τρομερό νέο: ἦρθε ἀπό τήν Ἐλάμπουγκα ὁ γιός τῆς Μαρίνα Ἰβάνοβνα, ὁ Μούρ. Πῆγε στόν Ἀσέγιεφ μέ μιά ἐπιστολή καί τοῦ εἶπε:

– Ἡ μητέρα μου κρεμάστηκε.

 

5

Ἡ Μαρίνα Τσβετάγιεβα, ὡς γνωστόν, αὐτοκτόνησε στίς 31 Αὐγούστου 1941.

Κράτησα σημειώσεις γιά τή συνάντησή μου μαζί της μετά τήν εἴδηση τοῦ θανάτου της, στίς 4 Σεπτεμβρίου. Καί γιά τέσσερις δεκαετίες δέν ἄνοιξα αὐτό τό τετράδιο. Ἔτσι, μερικές φορές, ὅταν ἡ κουβέντα ἐρχόταν γιά τήν Τσβετάγιεβα, ἔλεγα ὅ,τι θυμόμουν. Εἶχε ἐντυπωθεῖ στή μνήμη μου τό σακίδιο πού κρατοῦσε στό χέρι της. Μόνο ἀργότερα κατάλαβα ὅτι ἦταν ἡ τσάντα τῆς Καρένινα. Ἀπό τήν Ἄννα Καρένινα. Ἡ Ἄννα Ἀρκάντιεβα, ὅταν περνοῦσαν δίπλα της τά βαγόνια, κρατοῦσε στό χέρι της ἕνα κόκκινο τσαντάκι. Ἡ Τσβετάγιεβα δέν εἶχε κόκκινο. Ἦταν ἄχρωμο, φθαρμένο, μεταχειρισμένο, ἀλλά ἔμοιαζε. Σέ τί δέν ξέρω, ἔμοιαζε ὅμως. Στό τετράδιό μου στό Τσιστόπολ, μετά τήν εἴδηση τῆς αὐτοκτονίας της, ἔγραψα: «Εἶδα μιά γυναίκα νά κρατάει μιά τσάντα σάν τῆς Καρένινα».

Νά ξαναδιαβάσω τό παλιό τετράδιο καί νά θυμηθῶ τά πάντα μέ λεπτομέρεια καί κατά τή σειρά πού ἐκτυλίχθηκαν τά γεγονότα, μέ ὑποχρέωσαν δύο ντοκουμέντα. Τό ἕνα ἔχει δημοσιευτεῖ, τό ἄλλο ὄχι.

Ἀρχίζω μέ αὐτό πού ἔχει δημοσιευτεῖ.

Ἔπεσε στά χέρια μου ἕνα βιβλίο πού ἐκδόθηκε στό Παρίσι, ὑπό τήν ἐπιμέλεια τοῦ Γκ. Στρουβέ καί τοῦ Ν. Στρουβέ, ἀπό τόν ἐκδοτικό οἶκο YMCA – Press: «Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Ἀνέκδοτες ἐπιστολές». Παραθέτω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό «Σημειωματάριο» τῆς Μαρίνα Τσβετάγιεβα ἀπό τίς σελίδες 629-631.

 

Ξεκινῶ νά γράφω ξανά σ’ αὐτό τό σημειωματάριο στίς 5 Σεπτεμβρίου 1940 στή Μόσχα. [...]
Γιά μένα. Ὅλοι μέ θεωροῦν γενναία. Δέν ξέρω ἄνθρωπο πιό δειλό ἀπό ἐμένα. Φοβᾶμαι τά πάντα. Τά μάτια, τό σκοτάδι, τά βήματα, πιό πολύ ἀπ’ ὅλα ὅμως τόν ἑαυτό μου, τό κεφάλι μου, αὐτό τό κεφάλι πού τόσο ἀφοσιωμένα μέ ὑπηρετεῖ στά τετράδια καί τόσο πολύ μέ σκοτώνει στή ζωή. Κανείς δέν βλέπει, δέν ξέρει ὅτι ἐγώ ἐδῶ καί ἕναν χρόνο (περίπου) ψάχνω μέ τό βλέμμα του – τόν κρίκο…

 

Ἐδῶ θά σταματήσουμε. Ἐπαναλαμβάνουμε: «… ἐδῶ καί ἕναν χρόνο (περίπου) ψάχνω μέ τό βλέμμα του – τόν κρίκο…»

Ἡ ἐγγραφή ἔγινε τήν 5η Σεπτεμβρίου 1940. Τί εἶναι αὐτό; Πρίν ἀπό ἕναν χρόνο; Στίς 27 Αὐγούστου τοῦ περασμένου χρόνου εἶχε συλληφθεῖ ἡ κόρη τῆς Τσβετάγιεβα, Ἀντριάνα, ἡ Ἄλα, ἐνῶ στίς 10 Ὀκτωβρίου ὁ σύζυγός της, ὁ Σεργκέι Γιάκοβλεβιτς Ἐφρόν. Ναί, ἀπό πότε εἶχε ἀρχίσει νά ψάχνει μέ τό βλέμμα της τόν κρίκο. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτῶν τῶν δύο ἀποχωρισμῶν. Πῆραν τήν κόρη της, τήν ἔκλεισαν φυλακή, στό στρατόπεδο, στήν ἐξορία. Πῆραν τόν σύζυγό της – γιά ἐκτέλεση.

Διαβάζουμε παρακάτω:

 

[...] Ἐδῶ κι ἕναν χρόνο τό θάνατο μετράω. Ὅλα εἶναι τρομερά καί τρομακτικά. Ἄντε νά καταπιεῖς τήν ἀθλιότητα, νά συνηθίσεις τήν ἐχθρότητα, τήν προαιώνια ἀπέχθεια τοῦ νεροῦ. Δέν θέλω νά τρομάζω (μετά θάνατον), νομίζω πώς βρίσκομαι πλέον μετά θάνατον – φοβᾶμαι. Δέν θέλω νά πεθάνω. Δέν θέλω νά ὑπάρχω. Πρός τό παρόν μέ χρειάζονται… ἀλλά, Θεέ μου, πόσο μικρή εἶμαι, τίποτα δέν ξέρω νά κάνω! Νά ζεῖς, νά ἐπιβιώνεις. Πικρός ὁ κλῆρος.

 

Διαβάζοντας τά λόγια «τίποτα δέν ξέρω νά κάνω», ἄφησα τό βιβλίο κι ἀφουγκράστηκα. Ἀπό μιά μακρινή ἐσχατιά ἔφτανε στ’ αὐτιά μου ἐκείνη ἡ κραυγή πού ἄκουσα πρίν ἀπό σαράντα χρόνια στόν ποταμό Καμά:

–Πιστεύετε πώς μπορῶ;

Τό πόσο γενναία ἦταν καί τό πόσο πολλά ἤξερε νά κάνει δέν χρειάζεται νά τό ἀποδείξουμε: μπροστά μας ἔχουμε τήν πανίσχυρη ποίησή της, τήν πρόζα της, τή μαρτυρική γενναία ζωή της.

Ἀλλά ἀκόμη καί γιά τή δύναμη τῶν παλικαράδων ἔρχεται τό τέλος. Στήν ἐμιγκράτσια ἦταν φτωχή καί μόνη, τουλάχιστον ὅμως ἐξέδιδαν τά βιβλία της. Στήν πατρίδα ὅμως, ἐκτός ἀπό μεταφράσεις, δέν ἐξέδωσαν, μετά τήν ἐπιστροφή της, σχεδόν τίποτα. Καί τό τέλος, τό τέλος τῶν δυνάμεων ἦρθε, νομίζω, τό φθινόπωρο τοῦ 1939, καί οἱ φτωχές μου ἀναμνήσεις θά ἔπρεπε νά ἔχουν ὡς τίτλο ὄχι «Ἐπιμνημόσυνο», ἀλλά «Μετά τό τέλος».

Μετά τή σύλληψη τῆς Ἄλα, μετά τό θάνατο τοῦ συζύγου ἦρθε πλέον τό τέλος, καί ἀμέσως μετά τό τέλος ὁ πόλεμος, τό φευγιό, ἡ ἀδιέξοδη φτώχεια, οἱ νέες ταπεινώσεις, ἡ Ἐλάμπουγκα, τό Τσιστόπολ…

«Γιατί νομίζετε πώς ἀξίζει νά ζεῖ κανείς; Δέν βλέπετε τί μᾶς περιμένει στό μέλλον;»

«Δέν ὑπάρχει μέλλον. Ὄχι στή Ρωσία».

«Κάποτε ἤξερα νά γράφω στίχους, τώρα ξέμαθα…» «Τί παράξενος δρόμος…» «Τίποτα δέν ξέρω νά κάνω…» «Μπορῶ ὅμως ἀκόμη νά πλένω πιάτα».

Τό δεύτερο ντοκουμέντο δέν ἔχει δημοσιευτεῖ. Ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ θανάτου καί τῶν ἀναπάντεχων ἐρευνῶν, ἔπεσε στό χέρι μου ἕνα φύλλο χαρτί. Ἕνα ἀνάλαφρο φύλλο χαρτί, δέν θά τό ἔλεγα κάν φύλλο χαρτί, μισή σελίδα σκισμένη ἀπό ἕνα σχολικό τετράδιο. Μέ ἔντονο, καθαρό, ρυθμικό, σταθερό γραφικό χαρακτήρα, θαρρεῖς κι ἔδινε ἀξία στό ἀσήμαντο χαρτάκι, ἔγραφε:

 

Πρός τό Σοβιέτ τῆς Λέσχης Λογοτεχνῶν

 

Σᾶς παρακαλῶ πολύ νά μέ προσλάβετε ὡς λαντζιέρα στό ἑστιατόριο λογοτεχνῶν πού σχεδιάζετε νά φτιάξετε.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα
26 Ἀπριλίου 1941

 

Τό ἑστιατόριο ἄνοιξε τόν Νοέμβριο. Ἐγώ δέν ἤμουν ἐκείνη τήν ἐποχή στό Τσιστόπολ. Δέν γνωρίζω ποιά πῆρε τή θέση τῆς Μαρίνα Τσβετάγιεβα ὡς λαντζιέρα.

Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1981
Περεντέλκινο

 

Δημοσιεύτηκε γιά πρώτη φορά στό περιοδικό Σομπεσέτνικ, Νο 3, 1988.

 

 

Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε σε αυτό το τεύχος.