James καί Franz Wright – Κάρτ-ποστάλ

James καί Franz Wright:
(Πατέρας καί Γιός)*

Κάρτ-ποστάλ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΤΟΥΛΑ

 

Ἀκατανόητη μοίρα καταδίκασε τόν πατέρα καί τή μητέρα μου, ἀφοσιωμένους φίλους γιά χρόνια, νά παντρευτοῦν. Δέν τόν κατηγορῶ γιά ὅ,τι ἀκολούθησε, θά τήν ἄφηνα κι ἐγώ τή λυσσασμένη σκύλα, ὅπως καί τό ἔπραξα τόσες φορές μετά.

Ἔπειτα, φυσικά, ἦρθα ἐγώ. Καί πάντα ὑπάρχει ἕνα ὅριο σέ ὅ,τι μπορεῖ ν’ ἀντέξει ἕνας ἄντρας. Ἔτσι, ἐγώ εἶμαι, ὑποθέτω, ὁ λόγος πού μᾶς ἐγκατέλειψε. Ἐγώ φταίω. Ἔκανε ὅ,τι καλύτερο μποροῦσε, ἔδωσε ὅ,τι εἶχε. Τίποτε ποτέ δέν ἔδωσε, λέξεις μόνο πού θά μποροῦσαν νά καλύψουν καί τρεῖς χιλιάδες μίλια, ἀλλά αὐτό ἦταν ὅ,τι εἶχε, τό χαμηλόφωνο αὐτό βάσανο, καί τό ἔδινε ὁλοπρόθυμα, γράφοντας μία φορά τό χρόνο σάν ρολόι. Σπάνια θυμόταν νά ταχυδρομήσει ὅ,τι ἔγραφε. Ὁ δύστυχος, ὅταν σκέφτομαι σέ τί μπελάδες θά πρέπει νά τόν εἶχα βάλει: κάρτ-ποστάλ τῆς μίας πρότασης πού μέ δυσκολία διαβαζόταν, συχνά γραμμένες μέσα στή νύχτα. Ἀλλά, μιά καί ὅλες ἐπαναλάμβαναν τό ἴδιο, λέξη πρός λέξη, μέ μόνη διαφορά τήν ἡμερομηνία, δύο-ἤ τρεῖς ὁλόιδιες στή σειρά κάποτε, δέν ἦταν καί ἄσχημα. Θά πρέπει νά τόν συγχωρέσω. Ἐπισκέφτηκα τήν πόλη σου σάν χιονοθύελλα πού ποτέ δέν φτάνει καί ποτέ δέν παύει… Νομίζω πώς ἐννοεῖ ὅτι κάποια στιγμή θά τήν ἔνιωθα τήν παγωνιά, ὅτι δέν ἤμουν καλά ντυμένος, δέν εἶχα πουθενά νά πάω καί παράδερνα μέσα στήν καταιγίδα πού μέ τύφλωνε καί πού κανείς ἄλλος δέν μποροῦσε νά δεῖ… Νομίζω πώς ἤθελε νά πεῖ: Τό κρύο κάποτε θά σέ κάνει αὐτό πού τώρα ἐγώ εἶμαι.

            Φράνζ Ράιτ, Φ

 

Οἱ Τζέημς Ἄρλινγκτον (1927-1980) καί Φράνζ (1953-) Ράιτ ἀποτελοῦν μοναδική περίπτωση γιά τή σύγχρονη ἀμερικανική ἀλλά καί τήν παγκόσμια ποίηση. Πατέρας καί γιός, ἀπό τούς ἀρτιότερους ποιητές τῆς σύγχρονης ἀμερικανικῆς ποιητικῆς σκηνῆς, βραβεύονται μέ τό βραβεῖο Πούλιτζερ, τό 1972 καί τό 2004, ἀντίστοιχα, περίπου στήν ἴδια ἡλικία. Στοιχειώνοντας μέ τήν προσωπική τους ἱστορία τήν ποίησή τους, τόσο ἄμεσα ὅσο λίγοι, κατατρύχονται ἀπό τούς ἴδιους δαίμονες καί κατορθώνουν νά δώσουν ἕνα ἔργο κλασικό, ἀφοπλιστικά ἁπλό καί μαζί ἀνοιχτό στούς πιό τολμηρούς πειραματισμούς. ‛‛Easy writing is damned hard reading’’ θά πεῖ ὁ Λόρδος Βύρωνας καί τό ἔργο καί τῶν δύο Ράιτ ἀπόλυτα τόν δικαιώνει. Ὁ σύγχρονος βουκολικός σουρεαλισμός πού ἀναπτύσσει, μέ ἔντονες νότες μεταφυσικῆς καί ἔμφαση στήν ἀνθρώπινη περιπέτεια ὁ Τζέημς Ράιτ, κληρονομεῖται ἀπό τόν Φράνζ Ράιτ καί ταυτόχρονα διαποτίζεται ἀπό μιά λεπτή πνευματικότητα, ὥριμο ἀποτέλεσμα τῶν ἀλλαγῶν πού συντελοῦνται στήν προσωπική του ζωή ὡς ἐνηλίκου.

Ἡ μεταξύ τους σχέση στιγματίζει καθοριστικά τούς δύο καί τή γραφή τους. Ὁ Τζέημς Ράιτ ἐγκαταλείπει τόν πρωτότοκο γιό του γιά πρώτη φορά τό 1959 καί ὁριστικά μέ τό διαζύγιό του, τό 1962. Λίγο μετά, τά ψυχολογικά προβλήματα καί ἡ κατάθλιψη πού τόν βασάνιζαν ἐπιδεινώνονται καί, παρά τόν δεύτερο ἐπιτυχημένο γάμο του, πεθαίνει ἀλκοολικός ἀπό καρκίνο στά πενήντα δύο χρόνια του. Ἐν τῷ μεταξύ, θά δώσει μερικούς ἀπό τούς πιό ἐμβληματικούς στίχους στή σύγχρονη ἀμερικανική ποίηση (ὅπως οἱ: Suddenly I realize/ That if I stepped out of my body I would break/ Into blossom – Ξαφνικά τό νιώθω / Ἕνα βῆμα ἔξω ἀπ’ τό σῶμα μου καί θ’ ἀνοίξω / Σέ πλήρη ἀνθοφορία). Ὁ Φράνζ Ράιτ, ἀθεράπευτα στιγματισμένος ἀπό τήν ἐγκατάλειψη τοῦ πατέρα καί ἕναν καταπιεστικό πατριό, θά διασχίσει πολλές φορές τήν ἴδια διαδρομή –«ἀπό τήν αὐτοκτονία στήν ἔκσταση» θά πεῖ ἡ κριτικός Helen Vendler– γιά νά φτάσει, χάρη στή γνωριμία μέ τή σύζυγό του καί τό Χριστιανισμό, στή, σπάνια γιά ἕναν δημιουργό, πληρότητα ζωῆς καί τέχνης. Καί πάλι, λίγη σημασία, ἴσως, θά εἶχαν ὅλα αὐτά, ἄν οἱ στίχοι τούς ὁποίους γέννησαν δέν ἦταν ἀπό τούς πιό ἀληθινούς καί καίριους στήν ἀμερικανική γλώσσα. Τό «ὁμολογεῖ» ὁ ἴδιος ὁ Φράνζ Ράιτ, μέ ἀφοπλιστικό σαρκασμό καί εἰλικρίνεια, μακριά ἀπό ἄστοχους μελοδραματισμούς, στήν «Κάρτ-Ποστάλ», ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη σχεδόν τήν τελευταία ποιητική συλλογή του Φ, ἡ ὁποία φαίνεται νά συνοψίζει ὅλο τό προηγούμενο ἔργο του. Εἶναι καί οἱ δυό τους ἀπό τή στόφα τῶν ποιητῶν καί μάλιστα τῶν καλῶν ποιητῶν. Θαρραλέα ἀντιμέτωποι μέ τή ζωή, τήν πραγματικότητα στήν Ἀμερική τοῦ 20οῦ καί 21ου αἰώνα, ἀλλά καί τή μεταξύ τους σχέση, στοχάζονται καί δημιουργοῦν, πέρα ἀπό ὑπερβολές ἤ μικροψυχίες, περίτρανα ὑπογραμμίζοντας –παρά τούς αἰχμηρούς σαρκασμούς, στούς ὁποίους, συχνά, ὑποκύπτουν– τή συγχωρητική, ἐντέλει, λειτουργία τῆς γραφῆς. «Τόν ἀγαπάω πολύ τόν πατέρα μου», ὁμολογεῖ σέ συνέντευξή του τό 2011 ὁ Φράνζ Ράιτ, «τόν σκέφτομαι καί τοῦ μιλῶ, ἀκόμα, κάθε μέρα». Συμφιλιωμένοι, στό βάθος, μέ τήν ὅμοια φύση τους, ἀποδέχονται μέ συνέπεια καί διεκπεραιώνουν ἄψογα τό ποιητικό πεπρωμένο τους ἀναγνωρίζοντας ὅτι, ἀναπόδραστα, «τό κρύο» κάνει ἕναν ποιητή αὐτό πού, τελικά, εἶναι.

 

 

Φράνζ Ράιτ

 

Μαθαίνοντας νά Διαβάζω

Τί κι ἄν ἔπρεπε νά κοιτῶ στό λεξικό κάθε πέμπτη ἤ ἕκτη

λέξη. Τό ἔκανα.

Δέν εἶχα καί κάτι καλύτερο νά κάνω.

 

Ὁ πατέρας μου ποτέ δέν ἦταν διαθέσιμος καί ἡ μητέρα μου

ἔμοιαζε ἕτοιμη νά ξεσπάσει,

κι ὄχι σέ πλήρη ἀνθοφορία, κάθε φορά πού πήγαινα νά μιλήσω.

 

Ἡ ἀγαπημένη μου ἦταν ἡ Ἰλιάδα. Ὄντως,

δυσκολευόμουν νά προφέρω τά ὀνόματα:

ἀλλά πότε θά χρειαζόταν ἄραγε νά τά προφέρω καί

 

γιά ποιόν;

Γιά τόν θετό πατέρα μου, ἴσως;

Πρῶτον, δέν ἤξερε κάν ἀγγλικά –

 

δεύτερον, εἶχε κιόλας ἀρκετούς λόγους

γιά νά χαμογελάει ξιπασμένα ἤ νά μοῦ ἐπιτίθεται

χωρίς νά χρειαστεῖ νά τόν προκαλέσω.

 

Μοναξιά πλήξη φόβος

νά τί τροφοδοτοῦσε μανιασμένα

τά κίνητρά μου.

 

Πέφτω στά γόνατα καί εὐχαριστῶ γι’ αὐτό τόν Θεό.

 

Du Fu, οἱ Ψαλμοί –κυρίως–, Whitman, Rilke.

Ἡ ζωή μοῦ ἔμαθε

νά ἑρμηνεύω τά βιβλία.

 

Ἀφιέρωση

Ἀλήθεια εἶναι ὅτι πιά δέν γράφω, ὅμως πρόθυμα θά πέθαινα μαζί σου.

Πρόθυμα θά ἔγερνα μαζί σου πάνω ἀπό τό πελώριο στόμα

πού περιμένει, ἀδιάφορο γιά τή νεότητα, ἀδιάφορο γιά τίς ὅποιες στιγμές ἔκστασης,

θυμᾶσαι;

Πρίν τή μάχη, θά μπορούσαμε νά περιποιηθοῦμε τά πρόσωπά μας, νά φτιάξουμε

τά μαλλιά μας,

πείθοντας τούς ἑαυτούς μας ὅτι εἴμαστε ἀνίκητοι, λαμπροί, φοβεροί καί τρομεροί –

τό στόμα πάντα περιμένει, ὑπομονετικά περιμένει. Καί θά σέ συναντοῦσα ἐκεῖ

πάλι

μετά τό ἀγκάθινο στεφάνι, τήν ὁριστική διαστολή τῆς κόρης τοῦ ματιοῦ, τή φωτιά πού τίποτε δέν ἀλλάζει.

Εἶμαι κιόλας ἐκεῖ, πέρα ἀπ’ τά σύννεφα πού φέρνουν τό χιόνι, τούς βάλτους πού ἀργά φυραίνουν, τό σκοτεινό κοπάδι τῶν ἄστρων –θά μπορούσαμε ἀκόμη καί νά πατήσουμε πάνω τους, θά εἶναι πιό εὔκολο αὐτή τή φορά, σοῦ τό

ὑπόσχομαι–

Κιόλας, σέ περιμένω στόν ἀτομικό σου Παράδεισο, νά τό χέρι μου,

θά σέ βγάλει ἀπέναντι. Πρόθυμα θά πέθαινα μαζί σου

ἐδῶ, τώρα, παρόλο πού, ὅπως φαίνεται,

δέν μπορῶ νά γράψω

κλεισμένος σ’ αὐτό τό γκρίζο ἵδρυμα. Δές

εἶναι ὅλοι τόσο ἀπασχολημένοι μέ τό νά προσπαθοῦν νά μέ σώσουν,

καί εἶμαι καταδικασμένος –συγγνώμη– στήν ἐντεταλμένη ὑπηρεσία μου

νά καθαρίζω μέ τήν ἠλεκτρική μου σκούπα αὐτήν ἐδῶ τήν ἐρημιά γιά πάντα, ἤ, ἄς ποῦμε, κάθε περίπου ὀκτώ ὧρες

τήν ἡμέρα.

Ἔχει σχεδόν 1.000 μίλια μέ καφετέριες ἐδῶ,

καί μία κεντρική, γιά κάθε εἴδους ἐκδήλωση. Μέ πλαστικά μαχαίρια-μινιατοῦρες,

τονοσαλάτα καί τό τυλιγμένο σέ πλαστικό μαρουλόφυλλο,

βγάλτε με ἀπό ἐδῶ, παρακαλῶ, συγγνώμη. Εἶμαι στήν εὐχάριστη θέση νά δηλώσω ὅτι

ἀκολουθήθηκε κάθε μέθοδος, τόνοι φαρμακευτικῶν οὐσιῶν, θεραπεία μέσῳ τῆς τέχνης καί τῆς προβολῆς ἐποικοδομητικῶν ταινιῶν, καθώς καί πολλά ἄλλα πού θά προτιμοῦσα νά μήν ἀναφέρω – ἐννοῶ ὅτι κάθε στοματική τεχνική –καί πάλι συγγνώμη!– διαθέσιμη στήν εὐγενή

φιλάνθρωπη ἐπιστήμη μας ἀκολουθήθηκε πιστά, ἐφαρμόστηκε

γιά νά ἐπανέλθω στή φυσιολογική εὐμάρεια

καί στή χαρωπή σταθερότητα τῶν ζωντανῶν. Συνεχίζω μέ τήν ἠλεκτρική μου σκούπα,

τώρα κατευθύνομαι στό μικρό διαμαντένιο φωτάκι πού βλέπω νά καίει ἐκεῖ

πέρα μακριά. Νά μέ θυμᾶσαι. Ἄραγε

μέ θυμᾶσαι;

Μές στό νυχτερινό σκοτάδι πού κανένα παράθυρο δέν φωτίζει

ὅταν ξαπλώνω κρύος μουδιασμένος

καί δέν εἶναι κανείς νά ψαχουλέψει τήν κλειδαριά, ἤ

νά θαμπώσει ρυθμικά μέ τή λάμψη τοῦ φακοῦ του τά μάτια μου,

παρόλο πού δέν γράφω πιά, βαθιά μέσα μου ξέρω πώς

θέλω νά πεθάνω μαζί σου,

ἀλλά αὐτό, ἄραγε, ἔχει καμιά σημασία;

Μετράει;

 

Σημείωμα πού Τσαλάκωσα
καί πού τό Πῆρε ὁ Ἀέρας

 

Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει κανείς

ἐδῶ γιά νά τό βεβαιώσει,

πῶς λέγεται ὅτι

ὁ ἥλιος λάμπει; Προφανῶς,

ἤσουν πάλι ἐσύ

ἀνόητε σχολαστικέ ἑαυτέ.

 

Ὅμως, ἐγώ εἶπα

ὅ,τι εἶχα νά πῶ.

Γράφοντας.

Ὑπέγραψα μέ τό ὄνομά μου.

Σειρά, τώρα, στό θάνατο.

 

Κάποτε θά πάρει καί τό δικό μου.

Μαγευτικό πρωινό τοῦ Ἰουνίου

μόλις ἔκλεισα τά δεκαοχτώ:

δέν μπορῶ νά πιστέψω

πώς νιώθω ἔτσι σήμερα –

 

Κύριε, ἐδῶ εἶμαι,

καθισμένος πάνω σέ μιά βαλίτσα

περιμένω τό τρένο μου.

Ὁ ἥλιος λάμπει.

Δέν πρόκειται νά γυρίσω

ποτέ ξανά.

 

Τζέημς Ράιτ

 

Πατέρας

 

Κράτησα τό πόδι μου ἰσορροπώντας ἔξω ἀπό τή βάρκα, ἐκεῖ στόν παράδεισο, καί εἶπα:

Ποιός προσευχήθηκε ποτέ γιά μένα;
Ὅμως μόνο ὁ ἦχος ἀπό τό κουπί

ἀκούστηκε νά χτυπᾶ τό νερό, ὁμίχλη ἄρχισε νά μαζεύεται

ἀπό μιά κρύα ἀκτή, σέ διαδοχικά στεφάνια γύρω ἀπ’ τό κεφάλι μου.

 

Μά – κάποιος περιμένει;
Ἀέρας σηκώθηκε,

Μεταμορφώνοντας τό πρόσωπό μου ἀπό τό τίποτα πού ἦταν

Σέ δυό μικρά κλαμένα μάτια. Κι ὅταν ἡ φωνή μου

Ἔγινε πάλι πραγματική, φάνηκε ἕνα μέρος κάπου

Μακριά, κάτω στή γῆ. Ἕνας ἐλάχιστος ἄντρας –

 

Ἦταν ὁ πατέρας μου, πού τυχαῖα περιπλανιόταν στό κανάλι.

Ἐκνευρισμένα στράφηκε καί φώναξε

Πρός τ’ ἀνοιχτά, πέρα ἀπό τή μαρίνα

Δέν τοῦ ἀπάντησε παρά ἕνα κρύο, ἄνευ σημασίας βήξιμο,

Καί τότε εἶδε τόν κωπηλάτη τυλιγμένο στήν ὁμίχλη.

 

Μέ τράβηξε ἀπ’ τή βάρκα. Κοιμόμουν.

Καί πήγαμε στό σπίτι – μαζί.

Ὁ Πράσινος Τοῖχος, 1957

 

 

Ἀναπνοή

 

Βάδιζα– ἡ ἀγάπη εἶχε, καιρό πιά, τελειώσει,

Μακριά ἀπό τήν πόλη τῶν ἀνθρώπων,

Ν’ ἀναπνεύσω ἐλεύθερα.

Πέρα ἀπό τό ἄνοιγμα στή συστάδα τῶν δένδρων,

Μετά τίς ἔνοχες ζωές τῶν

Γερασμένων ἀνδρῶν, μετά τά κορίτσια:

Ψηλά, τά ἄστρα διατηροῦσαν τή γαλήνη τους.

Ψάχνοντας ἀπεγνωσμένα γιά ἕνα ψέμα

Στράφηκα, λές κι ἤμουν ἡ ὑδρόγειος, νά φύγω.

Τά φτερά τῆς κουκουβάγιας ἄνοιξαν, μιά στιγμή,

Γυμνά, πάνω στούς χιονισμένους λόφους

Πού ἔλουζε τό φεγγάρι.

 

Ὅλα ἦταν ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως πρέπει νά εἶναι.

Ἅγ. Ἰούδας, 1959

 

Ξαπλωμένος στήν αἰώρα στή φάρμα William Duffy,
στό Pine Island τῆς Minnesota

 

Πάνω μου, ἡ χάλκινη πεταλούδα,

Ἀποκοιμισμένη στόν σκοτεινό κορμό,

Νά τρεμουλιάζει μέ τό φύσημα τοῦ ἀέρα σάν φύλλο μέσα σέ πράσινη σκιά.

Κάτω, πίσω ἀπ’ τό ἄδειο σπίτι, ἡ ρεματιά

Τό κουδούνισμα ἀπό τά κοπάδια τῶν ἀγελάδων

Το ἕνα πίσω ἀπό τό ἄλλο

Νά σημαίνει ρυθμικά τίς ἀποστάσεις μέσα στό ἀπόγευμα.

Στά δεξιά μου,

Ἕνα κομμάτι φῶς τοῦ ἥλιου μέσα ἀπό δύο πεῦκα

Τά περιττώματα τῶν ἀλόγων τῆς περυσινῆς χρονιᾶς

Νά γυαλίζουν σάν χρυσαφένιες πέτρες.

Γέρνω πίσω, σκοτεινιάζει, τό ἀπόγευμα ἀργά ἔρχεται.

Ἕνα κοτοπουλάκι τριγυρίζει πέρα-δῶθε ψάχνοντας καταφύγιο γιά τή νύχτα.

 

Τήν ξόδεψα τή ζωή μου.

Τό Κλαδί δέν θά σπάσει, 1963

 

Προσπαθώντας νά Προσευχηθῶ

 

Αὐτή τή φορά ἄφησα τό σῶμα μου πίσω, νά κλαίει

Μές στά σκοτεινά ἀγκάθια του.

Ἀκόμη ὑπάρχουν

Πράγματα ἀγαθά σ’ αὐτόν τόν κόσμο.

Ἡ αὐγή.

Τό καλό σκοτάδι.

Τά χέρια τῆς γυναίκας ἐνῶ ἀγγίζουν τά καρβέλια.

Ἡ σκιά στό δέντρο ἀρχίζει νά κινεῖται.

Ἀγγίζω τό ψωμί.

Κλείνω τά μάτια μου καί συλλογίζομαι τό νερό.

Τό Κλαδί δέν θά σπάσει, 1963

 

 

Εὐλογία

 

Λίγο πιό κεῖ, πλάι στόν αὐτοκινητόδρομο γιά τό Rochester τῆς Minnesota,

Τό φῶς τοῦ δειλινοῦ διπλώνεται ἁπαλά ἐπάνω στό γρασίδι.

Καί τά μάτια ἀπό τά δύο αὐτά Ἰνδικά πόνυ

Θαμπώνουν ἀπό καλοσύνη.

Πρόθυμα ἔχουν φτάσει ὥς ἐδῶ ἀπό τό δάσος μέ τίς ἰτιές, κάτω,

Νά καλωσορίσουν ἐμένα καί τόν φίλο μου.

Μέ ἕνα βῆμα περνᾶμε τό ἀγκαθωτό πλέγμα καί βρισκόμαστε στό λιβάδι

Ἐκεῖ πού ἔβοσκαν ὅλη μέρα, μόνα τους.

Ἀδιόρατα τρεμουλιάζουν, λές καί μέ δυσκολία κρατᾶνε τή χαρά τους

Πού μᾶς βλέπουν.

Γέρνουν ντροπαλά σάν δυό ὑγροί κύκνοι. Ἀγαπιοῦνται.

Δέν ὑπάρχει μοναξιά σάν τή δική τους.

Πίσω στό σπίτι, θά μασουλίσουν πάλι τίς χλωρές φουντίτσες τῆς ἄνοιξης μές στό σκοτάδι.

Θά ‘θελα νά κρατήσω τό πιό λεπτοκαμωμένο στά μπράτσα μου –

Ἦρθε ὥς ἐμένα

Κι ἔτριψε τή μουσούδα του στό ἀριστερό μου χέρι.

Εἶναι θηλυκό, μαῦρο καί ἄσπρο.

Ἡ χαίτη του πέφτει ἄγρια στό μέτωπό του

Καί τό λεπτό ἀεράκι μέ σπρώχνει νά τό χαϊδέψω ἁπαλά στό αὐτί

Πού εἶναι εὔθραυστο ὅσο τό δέρμα στή μέση τῶν κοριτσιῶν.

Ξαφνικά, τό νιώθω

Ἕνα βῆμα ἔξω ἀπ’ τό σῶμα μου καί θ’ ἀνοίξω

Σέ πλήρη ἀνθοφορία.

Τό Κλαδί δέν θά σπάσει, 1963

 

 

Γαλατόχορτο

 

Στέκομαι ἐδῶ, στ’ ἀνοιχτά, χαμένος στόν ἑαυτό μου,

Θά πρέπει νά παρατηροῦσα γιά πολλή ὥρα πρίν

Πέρα ἀπ’ τίς διαδοχικές σειρές τοῦ καλαμποκιοῦ καί τό γρασίδι,

Τό μικρό σπίτι,

Ἄσπροι τοῖχοι, τά ζωντανά νά τραβοῦν ἀργά πρός τίς ἀποθῆκες μέ τό σιτάρι.

Καί τώρα τά κοιτῶ. Ὅλα ἔχουν ἀλλάξει.

Ὅ,τι ἦταν αὐτό πού ἔχασα, ὅ,τι ἔκλαιγα,

Δέν ἦταν παρά ἕνα ἀτίθασο, εὐγενικό πλάσμα,

Ἕνα ζευγάρι μικρά σκοτεινά μάτια

Πού –κρυφά– μέ ἀγαποῦσαν.

Καί τώρα ἐδῶ εἶναι. Ἕνα ἄγγιγμα τοῦ χεριοῦ μου

Κι ὁ ἀέρας γεμίζει τρυφερά πλάσματα

Ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο.

Τό Κλαδί δέν θά σπάσει, 1963

 

 

Τό Κόσμημα

 

Ὑπάρχει αὐτή ἡ κοιλότητα

Στόν ἀέρα, πίσω ἀπ’ τό σῶμα μου

Πού κανείς δέν πρόκειται ποτέ ν’ ἀγγίξει:

Θόλος, σιωπή

Πού κλείνει ἕναν κύκλο ἀνθισμένης φωτιᾶς.

Ὅταν στέκομαι ὄρθιος ἐνάντια στόν ἄνεμο

Τά ὀστά μου γίνονται σκοτεινά ζαφείρια.

Τό Κλαδί δέν θά σπάσει, 1963

 

 

Ἡ Τελευταία Pietà, Φλωρεντία

 

Ὅλη ἡ πόλη

Εἶναι ἀπό πέτρα, ἀκόμη

Κι ἄν δέν ἀνήκει στήν πέτρα.

Γιατί, ἄραγε, αὐτό τό

Δημόσιο πρόσωπο τοῦ γερασμένου ἄνδρα

Λυπᾶται

Λίγο κρυφά

Λιγάκι πιό ψηλά

Λίγο πιό πίσω

Γιατί, ἄραγε, λυπᾶται

Αὐτή ἡ πέτρα

Πού δέν ἀνήκει στήν πέτρα;

Δυό Πολίτες, 1973

 

 

Ὄμορφο Ὀχάιο

 

Αὐτοί οἱ γερασμένοι ἄνδρες τοῦ Winnebago

Ἤξεραν καλά τί τραγουδοῦσαν.

Ὁλομόναχος, ἕνα ὁλόκληρο καλοκαίρι,

Βρῆκα τόν τρόπο

Νά κάθομαι πάνω στόν κεντρικό ἀγωγό τῶν λυμάτων τῆς πόλης

Σ’ ἕνα ξύλινο δοκάρι ἀπό ράγες τρένου.

Κάθε τόσο ἕνας ἀστραφτερός καταρράχτης ξεβράζονταν ἀπό τό στόμιο ἑνός σωλήνα

Πού κάποιος εἶχε ξεθάψει στήν κατωφέρεια, ἐδῶ, τοῦ ἐδάφους.

Δεκαεξίμισι χιλιάδες ἄνθρωποι πάνω-κάτω

Στό Martins Ferry, τό σπίτι, τήν πατρίδα μου,

Ἐπιταχύνουν αὐτή τή ροή

Σχεδόν στήν ταχύτητα τοῦ φωτός.

Καί τό φῶς σκαλώνει

Κρυσταλλωμένη ἐπιτάχυνση μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς

Σ’ αὐτόν τόν στιγμιαῖο καταρράχτη.

Ξέρω τί τόν θεωροῦμε

Τίς περισσότερες φορές.

Ὅμως ἐγώ ἔχω τό δικό μου τραγούδι γι’ αὐτόν,

Καί κάποτε, ἀκόμα καί σήμερα,

Τόν βρίσκω ὄμορφο.

Στήν Ἀνθισμένη Ροδακινιά, 1977

 

 

Ναί / Μά –

 

Ἀκόμη κι ἄν ἦταν ἀλήθεια,

Ἀκόμη κι ἄν ἤμουν νεκρός, θαμμένος στή Βερόνα,

Πιστεύω ὅτι θά ἔβγαινα ἔξω νά ξεπλύνω τό πρόσωπό μου

Στήν παγωνιά τῆς ἄνοιξης.

Πιστεύω ὅτι θά ἐμφανιζόμουν

Μεταξύ δώδεκα καί τέσσερις, ὅταν

Ὅλοι οἱ ἄλλοι κοιμοῦνται ἤ κάνουν ἔρωτα,

Οἱ Γερμανοί ἔχουν ἀπό καιρό φύγει, τά μοτοσακό

Σκεπάστηκαν, ἀσφαλίστηκαν, μένουν ἀκίνητα.

 

Τότε, οἱ παχουλές σαῦρες στόν Ἀντίτζε, ἐκεῖ κοντά στόν Καθεδρικό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου

Ξεμυτίζουν καί κοιτᾶνε,

Μακάριες ἀπό κάθε πειρασμό, τό νερό.

Πρόθυμα θά καθόμουν μαζί τους, ἀφήνοντας, ὅπως κι αὐτές,

Τά κουνούπια στήν ἡσυχία τους.

Ποιό τό νόημα νά στεκόμαστε πλάι στό ποτάμι καταστρέφοντας

Ὁτιδήποτε, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς μας, ἤ ἕνα θήραμα

Πού ὁ Θεός ὅρισε νά λαμπυρίζει γιά μᾶς

Ἀβοήθητο, κάτω ἀπ’ τόν ἥλιο;

Δέν εἴμαστε δά τόσο νεκροί. Οὔτε θυμωμένοι, οὔτε μόνοι,

Οὔτε τόσο ἄρρωστοι στήν καρδιά.

Εἴμαστε ὅλο ἀγάπη, ἐρωτευμένοι, ἀνάλαφροι. Ξέρουμε ὅτι λάμπουμε.

Κι ἄς μήν μποροῦμε νά ἀντικρίσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ὁ ἄνεμος δέν μᾶς σκόρπισε,

Γιατί ἡ ἀνάσα μας γκρεμίστηκε, σαρώθηκε

Καιρό πρίν, φύλλο πού τό παρασέρνει ὁ ἄνεμος, κάτω πρός τό ρέμα τοῦ Ἀντίτζε.

Καιρό πρίν.

 

Τώρα ἀνασαίνουμε φῶς.

Αὐτό τό Ταξίδι, 1982

 

Τα ποιήματα δημοσιεύθηκαν σε αυτό το τεύχος.


* Ὁ Τζέημς Ράιτ ἀνθολογεῖται ἐδῶ, ἐπιλεκτικά, ἀπό τό σύνολο τῶν δέκα ποιητικῶν συλλογῶν πού ἐξέδωσε ὅσο ζοῦσε. Ὁ Φράνζ Ράιτ ἀπό τήν τελευταία καί πιό ἀντιπροσωπευτική ποιητική συλλογή του Φ (2013).