Alfonso Gatto: 24 ποιήματα

Gatto

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: FRANCESCO NAPOLI

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

Ο Αλφόνσο Γκάττο γεννήθηκε στό Σαλέρνο στίς 17 Ἰουλίου 1909, πόλη πού θά τοῦ ἐμπνεύσει διάφορα ποιητικά μοτίβα, ἄν καί ἔζησε σ’ αὐτή μόνο τήν ἐφηβεία του. Σέ ἡλικία 17 χρονῶν σπουδάζει φιλολογία στό Πανεπιστήμιο τῆς Νάπολης, καί συμμετέχει στήν ἔντονη πνευματική κίνηση τῆς πόλης μέ κέντρο τό «Libreria del 900», ἀπό τίς ἐκδόσεις τοῦ ὁποίου θά τυπώσει τό 1932, τό Isola, τήν πρώτη του ποιητική συλλογή. Τό 1934 τόν βρίσκει στό Μιλάνο ὅπου θά συνάψει φιλίες μέ ζωγράφους, γλύπτες καί συγγραφεῖς κι ὅπου, δύο χρόνια ἀργότερα, θά φυλακιστεῖ γιά ἀντιφασιστική δραστηριότητα, πρίν ἐγκατασταθεῖ στή Φλωρεντία τό 1938, φέρνοντας μαζί του τή δεύτερη ποιητική συλλογή Morto ai paesi, πού εἶχε τυπώσει τόν προηγούμενο χρόνο. Ἡ περίοδος τῆς ζωῆς του στή Φλωρεντία συμπίπτει μέ τήν πλήρη ἀναγνώριση τοῦ ταλέντου του, συνιδρυτής μέ τόν Βάσκο Πρατολίνι (Vasco Pratolini) τοῦ Campo di Marte, δεκαπενθήμερου περιοδικοῦ πολιτικῆς καί λογοτεχνικῆς δράσης, ὅπου θά συγκλίνουν διαφορετικές ποιητικές, πεζογραφικές καί κριτικές ἰδιοσυγκρασίες, μέ τήν κοινή ἐπιθυμία νά ἀποσυνδέσουν τήν Ἰταλία ἀπό τό φασισμό καί νά ἐξοντώσουν τόν κυρίαρχο πολιτιστικό αὐταρχισμό ὑπέρ μιᾶς πιό εὐρωπαϊκῆς ἄποψης γιά τήν τέχνη. «Στό τέλος τοῦ καλοκαιριοῦ ἤ στίς ἀρχές τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1937, στή Φλωρεντία», διηγεῖται ὁ Πρατολίνι, «ἐγώ βγαίνω ἀπό μιά πόρτα στήν Ὁδό Michelangelo, καί βλέπω αὐτόν τό μελαχρινό νεαρό μέ τά μεγάλα γεμάτα ἄστρα μάτια νά στέκεται στό πεζοδρόμιο, νά μέ κοιτάζει, τόν κοιτάζω κι ἐγώ, φαίνεται ἀναποφάσιστος καθώς μέ περίμενε καί δέν ἔβρισκε τό θάρρος νά ἀνέβει, εἶναι πολύ νωρίς τό πρωί, κι ἐγώ εἶμαι ἀναποφάσιστος γιατί μοῦ εἶχε γράψει πώς θά ἐρχόταν ἀπό τό Μιλάνο ἀλλά δέν μοῦ εἶχε πεῖ πότε. Δέν ξέρω ἄν πρῶτος ἐκεῖνος ἤ ἐγώ ρωτήσαμε: ‘Είσαι ὁ Γκάττο;’. ‘Είσαι ὁ Πρατολίνι;’ ‘Είσαι ὁ Γκάττο;’ Δέν ξέρω πῶς, ἀλλά κι ἄς ἦταν ἡ πρώτη φορά πού συναντιόμασταν, σφιχταγκαλιαστήκαμε». Τό περιοδικό ἐξαναγκάζεται νά κλείσει σ’ ἕνα χρόνο, κι ὁ Γκάττο ἐπιστρέφει στό Μιλάνο. Αὐτό τό πρῶτο μέρος τῆς ζωῆς του συμπίπτει μέ τή συμμετοχή του καί τή συμβολή του στόν ἑρμητισμό, καταλήγει τό 1941 στό βιβλίο Poesie πού συγκεντρώνει τίς προηγούμενες τέσσερις συλλογές Isola (1929-32), Morto ai paesi (1933-37), La memoria felice (1937-39) καί Arie e ricordi (1940-41). Ὁ δρόμος τοῦ μετα-Οὐνγκαρέττι καί τοῦ μετα-Μοντάλε ἔχει πλέον ἀνοίξει, χάρη καί στή συμβολή τοῦ Μάριο Λούτσι (Mario Lucci) μέ τό Avvento notturno, καθώς καί τοῦ Κουαζίμοντο (Quasimodo) μέ τίς συλλογές Acque e terre καί Oboe sommerso: τά χαρακτηριστικά τῆς σχολῆς τοῦ ἑρμητισμοῦ καί οἱ ἀποστάσεις ἀπό τούς δασκάλους ἔχουν πλέον καθοριστεῖ.

«Ἔγραψα τό πρῶτο μου ποίημα σέ ἡλικία 20 χρονῶν σ’ ἕνα ἐρειπωμένο δωμάτιο. Ἀπ’ τό παράθυρο ἔβλεπα τή θάλασσα, ψιλόβρεχε γλυκά. Γιά εἴκοσι χρόνια εἶχα δεῖ τά βουνά νά κλείνουν τόν κόλπο καί ἕνα σπιτάκι νά ὀρθώνεται στόν οὐρανό, σκορπώντας ἀρώματα ἀπό τούς ρόζ σοβάδες πού ἡ βροχή ξαναξυπνοῦσε. [...] Αὐτό ἦταν τό ποίημα πού μοῦ ἀποκαλύφθηκε σ’ ἐκεῖνο τό ἐρειπωμένο δωμάτιο ὅπου καθόμουν [...]». Αὐτά ἐξομολογεῖται ὁ Γκάττο στά 1947 κι ἄν θέλουμε νά βροῦμε τούς στίχους αὐτῆς τῆς πρώτης ἔμπνευσης δέν θά δυσκολευόμασταν νά τούς ἀναγνωρίσουμε στό Isola κι ἐπακριβῶς στό ἐναρκτήριο ποίημα τῆς συλλογῆς μέ τόν τίτλο Sogno del golfo, πού τό μετέφερε μετά ὁ ἴδιος στήν προτελευταία θέση στήν τελική ἔκδοση τοῦ συγκεντρωτικοῦ τόμου Poesie.

Μαρμάρινο πανόραμα ἀγκαλιάζει ὁ κόλπος,
ἐπιθυμώντας τήν ἀδράνεια, τό ἤρεμο
δῶρο πού ὀνειρεύτηκε τό ἄπειρο: γυμνές
πηγάζουν ἀπ’ τό βυθό στόν ἁρμονικό
ἦχο τοῦ ἀέρα, ἀσημένιες βουνοκορφές.

Τό τοπίο, μιά «κρυστάλλινη μαρίνα», εἶναι βυθισμένο σέ μιά ὀνειρική ἀτμόσφαιρα, διάφανη σχεδόν χάρη στόν πρῶτο στίχο «σ’ ἕνα χλωμό φῶς», καί στήν ἀλληλοδιαδοχή μιᾶς ἁλυσίδας ἀπό στίχους ὅπως: «καθάριο πρωινό», «λεπτό σημάδι», «ἀμυδρή προσοχή», «κρυστάλλινη μαρίνα», «ἀκαθόριστη/ἀπόμακρη γαλήνη», «ἱλαρή περιφέρεια», «ὅριο ἀνάλαφρο τοῦ οὐρανοῦ», «ἀπόμακρη εἰκόνα». Εἶναι ὅ,τι ἀπομένει κοιτάζοντας ἀπό ἐκεῖνο τό ἐρειπωμένο δωμάτιο καί δέν εἶναι τό μοναδικό τοπίο πού ὁ Γκάττο θά μᾶς «ἐπιδείξει» στά πρῶτα του ποιήματα, ἄν καί ὅλα θά ἔχουν ἐλάχιστα ἀναγνωρίσιμα στοιχεῖα σέ σχέση μέ τήν πραγματικότητα, μέ μιά μή ὑλική ἀποτύπωση τῆς συνειδησιακῆς ροῆς σύμφωνα μέ μιά τακτική πού καλύπτει ὅλο τόν μετέπειτα πρῶτο τόμο μέ τά Poesie. Μιά ἀντιμετώπιση τοῦ ποιητικοῦ ἀντικειμένου πού ἀποτελεῖ τόν δικό του δρόμο στό σουρεαλισμό, βασισμένο σέ μιά στροβιλώδη διαδοχή ἀπό εἰκόνες, ἀπελευθερωμένες ἀπό παραδοσιακά συντακτικά δεσμά, πού ἀναπτύσσονται ἡ μία μετά τήν ἄλλη καί πολύ συχνά ἡ μία μέσα στήν ἄλλη. Μιά ἁλυσίδα πού ξεδιπλώνεται σέ μιά ἐλεύθερη μετρική καί ρυθμική ροή, συνήθως βασισμένη στόν ἑνδεκασύλλαβο, καί μιά πλούσια ἐνορχήστρωση φωνημάτων (ρίμες, μισές ρίμες, παρηχήσεις, συνηχήσεις καί ἁρμονικές). Ἄλλη σημαντική ὄψη τοῦ πρώιμου Γκάττο εἶναι ἡ παρουσία στό Isola ποιημάτων μαζί μέ poème en prose. Δέν ἀποτελεῖ καινοτομία στό λογοτεχνικό πανόραμα τῆς Ἰταλίας τοῦ 1900, ὁ Γκάττο ἀκολουθεῖ στήν πραγματικότητα τή διάλυση τοῦ παραδοσιακοῦ ὁρίου ἀνάμεσα σέ στίχο καί πρόζα, στ’ ἀχνάρια τῆς σύγχρονής του γαλλικῆς σουρεαλιστικῆς ποίησης, γιά νά φτάσει στόν ἐλεύθερο στίχο πού κατέφθασε τήν πρώτη εἰκοσαετία τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἔρχεται γιά τόν Γκάττο ἡ στιγμή τῆς ἔνταξής του στήν πολιτική δράση. Ἐπιστρέφοντας στό Μιλάνο στίς ἀρχές τοῦ 1940, συμμετέχει στή δράση τοῦ παράνομου Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Ἰταλίας. Ἕνα ποίημά του, «Per i fucilati di Piazzale Loreto», τυπώθηκε ἀνώνυμα καί κυκλοφόρησε ἀπό χέρι σέ χέρι. Τό 1945 εἶναι στή συντακτική ἐπιτροπή τοῦ περιοδικοῦ Politecnico, πού διευθύνει ὁ Ἔλιο Βιττορίνι (Elio Vittorini). Τό 1947 δημοσιεύει τή συλλογή Il capo sulla neve, σίγουρα τό πιό ἀντιστασιακό ἔργο του ἀπ’ ὅλη τήν παραγωγή του. Ἐγκαταλείπει τό ΚΚΙ τό 1951, ἄν καί θά παραμείνει πολιτικά καί πολιτιστικά στόν περίγυρό του, καί τό 1961 μέ τό βιβλίο Poesie ἀρχίζει νά ἐπεξεργάζεται γιά λογαριασμό τοῦ Μονταντόρι τό «σχέδιο τῶν ἁπάντων του». Θά ἀκολουθήσουν κατά σειρά οἱ συλλογές Osteria flegrea (1962), La storia delle vittime (1966), Rime di viaggio per la terra dipinta (1969), Poesie d’amore (1973).

Ὁ Γκάττο συστηματοποιεῖ τήν πλούσια ποιητική παραγωγή συνδεδεμένη μέ τά χρόνια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου καί τά πρῶτα μεταπολεμικά χρόνια μόλις στά 1966, καί μέ τή συλλογή La storia delle vittime μᾶς παραδίδει ἕνα ἀρθρωτό βιβλίο μέ ποιήματα πού εἶχε ἤδη ἐκδώσει τήν περίοδο 1943-47 ἀλλά καί ἀνέκδοτα τῆς περιόδου 1963-65, αὐτά τά τελευταῖα «καρπός πιό ἐπεξεργασμένων προβληματισμῶν πάνω στήν ἀνθρώπινη μοίρα, ἀπέναντι στίς εὐθύνες μας γιά τά κατηγορῶ καί τίς ἀλήθειες μας», ὅπως θά διευκρινίσει ὁ ἴδιος στή βαρυσήμαντη Giustificazione τοῦ βιβλίου του. Αὐτά τά δύο μέρη τά ἑνώνει ὁ ὑπότιτλος «ἀντιστασιακά ποιήματα», ὅπου ἀντίσταση γιά τόν Γκάττο σημαίνει «ἀντιστέκομαι σέ μιά δύναμη πού ἐνεργεῖ ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, προκαλώντας τον νά παραδοθεῖ». Μιά πράξη πού ὁ ποιητής τήν ἀντιλαμβάνεται «ὄχι σάν μιά ἐξαίρετη στιγμή τῆς ὕπαρξης» ἀλλά σάν «ἕνα κάτι πού διαρκεῖ, στό χρόνο καί στήν ἱστορία, καί πλάθει τή συνείδηση ὅλων μας». Ὁ ποιητής γνωρίζει πολύ καλά πώς τά ἀποτελέσματα τοῦ ἔργου του ἦταν ἀντιφατικά, δηλαδή πώς ποιήματα τῆς ἴδιας περιόδου «ἦταν διαφορετικά μεταξύ τους λόγω ἐμπειριῶν, προθέσεων κι ἀποτελεσμάτων». Κάποιες ἐνδείξεις αὐτῶν τῶν συγκρούσεων εἶναι εὐδιάκριτες στήν ἑνότητα «Amore della vita», τῆς Storia, πού εἶχε δημοσιεύσει αὐτόνομη τό 1944. Ἡ συλλογή ἀποτελεῖ τό ἀποτέλεσμα σύγκλισης καί διαμεσολάβησης ἀνάμεσα στόν «παλιό» τρόπο νά κάνεις ποίηση καί τίς ἐπείγουσες ἀνάγκες ἑνός «νέου» πού θέλει τήν ποίηση ὡς συμμετοχή στό γίγνεσθαι τοῦ κόσμου: «Ὁ καθένας μας εἶναι ὑπεύθυνος γιά τή ζωή τοῦ ἄλλου», θά ἔχει τήν εὐκαιρία νά διατυπώσει ὁ Γκάττο ὅταν ἀναπολοῦσε ἐκείνη τήν ἐποχή. Ἐπιμένουν ἀκόμη κάποια ποιήματα πού τά διαπερνᾶ μιά διάθεση γιά τραγούδι, γραμμένα σχεδόν ἀποκλειστικά σέ ἑφτασύλλαβο («Il capitano», «Processo», «Per dire» κ.λπ.), καί μέ γοητευτικό ρυθμό καθώς ἐπίσης καί ἡ ἀντικειμενική πραγματικότητα ἀποσυντίθεται κάποιες στιγμές μέ σουρεαλιστικό τρόπο ὅπως καί τή χρήση τῶν ἀναλογιῶν, ἄν καί λιγότερο ἀκραῖα, δέν τήν ἔχει ἐγκαταλείψει ὁλοκληρωτικά. Δίπλα σ’ αὐτές τίς ἐμμονές ὀφείλουμε ὡστόσο νά ἀναγνωρίσουμε τή νέα χρήση ἑνός λεξιλογίου πού βασίζεται σέ τόνους καθαροῦ ρεαλισμοῦ. Στήν αὐθαιρεσία τοῦ πολέμου ὑπάρχει ἀκόμη ἡ δυνατότητα νά ἀντισταθεῖ κανείς, νά προσπαθήσει νά ἀπομακρύνει τά τραγικά φαντάσματα ἐκείνων τῶν ἡμερῶν, μέ ὅλο τό φορτίο τους ἀπό καταστροφή καί θάνατο, παραμένει σταθερή μιά ἄγρυπνη «ἀγάπη γιά τή ζωή», ὅπως προγραμματικά ἀναπτύσσεται στό ὁμώνυμο ποίημα. Στούς στίχους του ξαναβρίσκουμε τόν ἀκραῖο δυϊσμό, ἀγωνιστικό θά λέγαμε, ζωή-θάνατος, κατεξοχήν θέμα ὅλης τῆς ποίησης τοῦ Γκάττο. Ἀδυνατώντας νά ἀρνηθεῖ πλέον τήν ἀποσύνθεση στό θάνατο, τόν ἐπικαλεῖται προσδίδοντάς του διάφορα ζωντανά χαρακτηριστικά. Παρ’ ὅλη τή βάρβαρη πραγματικότητα, βρίσκουν ἀκόμη θέση μέσω ἀνανεωμένων διαδρομῶν τῆς μνήμης οἱ ἀγαπημένες μορφές τῆς οἰκογένειάς του, ὅπως στά ποιήματα «All’alba» καί «A mio padre».

Ἄν ὑπάρχει μιά τρίτη περίοδος στήν ποίηση τοῦ Γκάττο, αὐτή θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθεῖ στίς συλλογές Forza degli occhi (1950-53) καί Osteria flegrea (1956-61). Μιά περίοδος κατά τήν ὁποία ὁ Γκάττο ἐπανέρχεται στόν ἑρμητισμό, ἀλλά μέ τόν δικό του πάντα τρόπο. Ἐπιστρέφει σέ μιά στιχοποιία βασισμένη στόν ἑνδεκασύλλαβο καί τόν ἑπτασύλλαβο, καί στήν τετράστιχη στροφή πού τοῦ εἶναι πολύ οἰκεία. Ξαναδουλεύει ἐπίμονα μέ ρίμες καί σάν πυρήνα πού μεταδίδει ἀναλογικά περάσματα, καί τά φωνήματα ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη σημασία σέ μιά ἀναζήτηση πού φαίνεται νά τόν διασκεδάζουν. Τό λεξιλόγιο μόνο μαρτυρεῖ τήν προηγούμενη ἐμπειρία, διατηρώντας ἀρκετά ρεαλιστικά στοιχεῖα.

Δέν πρόκειται ὅμως γιά μιά ἁπλή καί μόνο ἐπιστροφή, σέ μιά ἀπομόνωση σέ τρόπους καί τύπους ἤδη δοκιμασμένους. Ἀνατρέχοντας στούς στίχους τῆς Forza degli occhi δέν μᾶς ξεφεύγει κάποια διάθεση γιά τραγούδι, πού πολύ συχνά φτάνει στά ὅρια τῆς ἀσυναρτησίας τῶν παιδικῶν τραγουδιῶν, μέ τή χρήση κυρίως τοῦ ἑπτασύλλαβου, καί φαίνεται νά ἀκολουθεῖ μιά γραμμή «ἀποδέσμευσης» στήν ὁποία ὁ ποιητής δέν μᾶς εἶχε συνηθίσει. Ἡ «ὅραση» ἀποκτᾶ τήν ἀπόλυτη ὑπεροχή σέ σχέση μέ τίς ἄλλες ἀσύγκριτες αἰσθήσεις τῆς ποιητικῆς του πράξης. Σίγουρα δέν εἶναι τῆς πρώτης περιόδου τό χρωματικό λεξιλόγιο πού πλησιάζει τή ζωγραφική, σχεδόν σάν προανάκρουση γιά τό Rime di viaggio. Ἀναπνέουμε στούς στίχους αὐτῆς τῆς συλλογῆς «μιά ποίηση ἐλεύθερων καί δημιουργικῶν τόνων» – ὅπως εἶχε πεῖ κάποτε ὁ ἴδιος–  μέ κίνητρα ἀπό μετα-ερμητισμό καί μετα-υπερρεαλισμό καί λιγότερο ἤ περισσότερο ἐμφανεῖς ἰβηροαμερικανικές ἐπιδράσεις (Λόρκα, Ματσάδο, Ἀλμπέρτι). Ὁ Γκάττο, ἐδῶ, ἐπιδεικνύει μιά αὐτάρεσκη βεβαιότητα γιά τήν πλήρη κατοχή τῶν ἐκφραστικῶν του μέσων πού φαίνεται νά ξεχνάει τήν ἁπλή ἐκφορά τῆς σημασίας.

Ἀπό τό δεύτερο μισό τῆς δεκαετίας τοῦ ’50 ἔχουμε ἀπό τή μιά τό συνωστισμό τοῦ φθαρμένου ἤδη νεορεαλισμοῦ, κι ἀπό τήν ἄλλη τούς πρώτους πειραματισμούς καί τούς τύπους, ἐξαντλημένους ἤδη στήν ἀφετηρία ἑνός νεο-ερμητισμοῦ, πού θά ὁδηγήσουν ὅλοι μαζί τήν ἰταλική ποίηση σέ μιά ἀδιέξοδη κατάσταση γενικοῦ λιμνάσματος, μιά κρίση «οὐμανιστικῶν καί ἠθικῶν περιεχομένων» πού προέρχονται ἀπό τό νά «κάνεις ποίηση ἐγκεφαλική καί μόνον, ἀποφεύγοντας ἤ ἀγνοώντας [...] ὅλη τήν πρώτη ἀνθρώπινη ὕλη» (Κάρλο Μπό (Carlo Bo)). Σέ αὐτή τήν κατάσταση μερικοί ποιητές τῆς παρελθούσας πλέον ἐποχῆς τοῦ ἑρμητισμοῦ ἀντιδροῦν ἐπικαλούμενοι τήν ποιητική τῆς λέξης κι ἐντοπίζοντας στή σχέση ζωή-θάνατος τήν ἔμφυτη σημασία τῆς ποίησης. Ὁ Κάρλο Μπετόκι (Carlo Betocchi) ἀπαντάει μέ τή συλλογή L’estate di San Martino, ὁ Γκάττο μέ τή συλλογή Osteria flegrea, διασταυρούμενοι στήν κοινή τους πορεία μέ τόν Μάριο Λούτσι. Πράγματι, οἱ στίχοι πού τά ἴδια χρόνια ὁ Φλωρεντίνος ποιητής συγκεντρώνει στή συλλογή Dal fondo delle campagne (1956-1960) ἀπαντοῦν στήν ἐπιθυμία νά διαχωρίσουν «τή σύγκριση, τή σχέση, τό δίδυμο ζωή-θάνατος – ἐπισημαίνει ὁ Λούτσι– , ὅλα ζητήματα ἔμφυτα μέ τήν ποιητική πρακτική». Σέ συντονία μέ τόν Λούτσι, ὁ Γκάττο στόν πρόλογο τῆς συλλογῆς Osteria flegrea δηλώνει πώς τά ποιήματα πού παρουσιάζει περίμεναν νά τήξουν γύρω «ἀπό τόν ἥλιο μιᾶς ἥσυχης μελέτης τοῦ θανάτου πού εἶναι, ἤ ὀφείλει νά εἶναι, τό κρασί τῶν ποιητῶν». Ἐνισχύει μιά παρόμοια στάση ἡ προσωπική του ὀδύνη γιά τό χαμό τῆς μητέρας του στίς 3 Νοεμβρίου 1958 (ἄλλο κοινό σημεῖο μέ τόν Λούτσι, στόν ὁποῖο ἔτυχε τό ἴδιο δυσάρεστο γεγονός τήν ἑπόμενη χρονιά).

«Ὅραση εἶναι μόνο νά πιστεύεις στά μάτια σου» εἶναι ἕνας στίχος εἰκαστικῆς σύνθεσης γιά μιά θεμελιώδη περίληψη τῆς σκέψης τοῦ Ἀλφόνσο Γκάττο πού συναντᾶμε καθόλου τυχαῖα στή συλλογή Rime di viaggio per la terra dipinta, ὅπου μιά πιό ὥριμη ρητορική καί ἀφηγηματική ἱκανότητα συγχωνεύει ἀξιοθαύμαστα τό ποιητικό στοιχεῖο μέ τό ζωγραφικό στήν πλήρη ὁλοκλήρωση τῆς ἐπιθυμητῆς ἕνωσης ἀνάμεσα στά δύο σημεῖα. Ἡ συλλογή ἀποκαλύπτεται στά μάτια τοῦ ἀναγνώστη ὡς θαυμαστό παράδειγμα τῆς χρήσης τοῦ ἑνδεκασύλλαβου μέσα σέ ἀεράτα τετράστιχα. Ξαναβρίσκουμε ζωηρή ἐκείνη τή διαλεκτική ἀνάμεσα σέ ρυθμό καί σημασία πού χαρακτηρίζει ὅλη τήν ποιητική διαδρομή τοῦ Γκάττο. Ἀνανεωμένο καί τό λεξιλόγιο μέ ἀπαρχαιωμένες λογοτεχνικές ἐκφράσεις καί νεολογισμούς πού μαρτυροῦν ἕνα νέο ἐνδιαφέρον γιά τή γλωσσολογική ἀναζήτηση καί τήν ἐτυμολογία. Ἡ ἀξιόλογη δεξιοτεχνία τῶν λέξεων μαζί μέ τή σταθερή χρήση μετρικῶν καί ρυθμικῶν τύπων τῆς παράδοσης κάνουν τή συγκεκριμένη συλλογή τήν πιό λογοτεχνική ἀπό ὅλες τίς προηγούμενες, καί θά ἔλεγα ὄχι μόνον τοῦ Γκάττο ἀλλά ὁλόκληρου τοῦ ποιητικοῦ πανοράματος στήν Ἰταλία πρός τό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ ’60. Οἱ Rime εἶναι ἕνα εἶδος ταξιδιωτικοῦ ἡμερολογίου σέ στίχους, μιά διαδρομή ἀνάμεσα σέ ζωγραφική καί ποίηση – ἄν ἀντιλαμβανόμαστε σωστά τά λόγια του, στόν πρόλογο τῆς συλλογῆς–  κι ἀποδεικνύουν μιά χρωματική παλέτα ἰδιαίτερα πλούσια, μέ χρώματα πού παρατίθενται σέ λεπτές ἀντιθέσεις ἤ πρωτόγονες συσσωρεύσεις, χάρη στή σκέψη πού συμπαραστέκεται τό ἐλεύθερο παιγνίδι τοῦ χεριοῦ. Ἕνα ἔμπειρο καί σπάνιο χέρι: στίς Rime ὁ ποιητής κατακτᾶ τήν ὕψιστη συνείδηση τῆς φόρμας, μέσα ἀπό αὐτούς τούς ἑκατό πίνακες σέ στίχους πού «γεννήθηκαν μέ τήν εὐκαιρία τῆς ζωγραφικῆς» (Γκάττο). Εἶναι ἀκριβῶς ὁ ποιητής πού ζωγραφίζει σιγά σιγά «αὐτό πού θά ἤθελε // νά δεῖ τυχαῖα ἀνοίγοντας τά μάτια» («Il pacchetto di Nazionali»), πού αἰσθάνεται ἕνας μέ τό ζωγράφο στήν ἀναπαράσταση μιᾶς νεκρῆς φύσης («Fiori e locandina») ἤ ὅταν ζωγραφίζει «μόνο μιά ἀνάμνηση» ἄν καί τό κάνει μόνο «σάν σκέρτσο» («Facciata natalizia napoletana»). Ὁ ποιητής ἕλκεται τότε ἀπό τήν ἰδιαιτερότητα πού «παίρνει τό χρῶμα ἀπό τά πράγματα / ἡ ἀνάμνηση πού ἐπιβιώνει» («Vat 69»).

Ὁ Γκάττο θά συναντήσει τό θάνατο στίς 8 Μαρτίου 1976, σέ ἕνα αὐτοκινητικό δυστύχημα στό Ὀρμπετέλλο. Ἐκείνη τήν ἐποχή δούλευε μιά συλλογή ποιημάτων, Desinenze, πού δημοσιεύθηκε μεταθανάτια, ἕνα χρόνο ἀργότερα. Πάνω στό φυλλάδιο πού περιεῖχε τά ποιήματα ἦταν γραμμένοι αὐτοί οἱ προφητικοί στίχοι:

Πόσες φορές μέ πλησίασε, πόσες
ὁ Θάνατος γιά νά μέ ἐκπλήξει, τή μέρα
ἐκείνη πού βγαίνοντας ἀπ’ τήν ὁμίχλη,
ἀπ’ τά λουλούδια τοῦ κήπου μόνος
τόν εἶδα νά μέ περικυκλώνει

Alfonso Gatto
24 ποιήματα

ΛΕΩΦΟΡΟΣ

Τό δειλινό ἡ πόλη χώνεται στόν ἄδειο οὐρανό, ζυγίζεται
πραγματική καί ἔρημη σ’ ἕνα κρύο ἔντονο φῶς: μοιάζει
σάν νά παλεύει μόνη της καί νά κυριαρχεῖ σιωπηλά. Ξαφνικά
ἐξαρθρώνεται στά ἀναμμένα της φῶτα, ξανοίγεται στίς
φωνές τῶν δρόμων: χάνει τή μοναξιά καί τόν οὐρανό της.
Ἡ ἐλπίδα ματαιώνεται: τό δείλι αἰσθανόμουν ἄψυχος
κι αἰώνιος, προσεγγίζοντας τή σιωπή μέ τήν πόλη κι ἔχανα
τό προφίλ μου ὅπως τό χάνουν τά βουνά. Τώρα ζῶ πάλι
μέσα στήν κίνηση δέν μπορῶ νά ἀποκλεισθῶ ἀπό τό πλῆθος,
δέν ἔχω τήν ἀπόσταση νά μέ δῶ καί νά χαθῶ. Χάνω τόν τόπο μου
στούς χώρους, καί τό ἄπειρο τῆς σιωπῆς στίς εὐκαιρίες
τοῦ χρόνου: τυχαῖος κι ἐγώ στά φευγαλέα βλέμματα
ἀληθινῶν πραγμάτων, ἀφουγκράζομαι τίς φωνές. Σίγουρος
πλέον πώς οἱ ἀμφιβολίες μου δέν εἶναι οὔτε ἀπόλυτες
οὔτε μοῦ τίς ἀπαγορεύει κανείς. Πάντα φτάνω στό σημεῖο
νά μετατρέπομαι σέ ἕνα φιλήσυχο ἄνθρωπο
καί νά τρομάζω: θυμᾶμαι τή χαμένη ἐπιλογή
σάν ἕναν τοκετό γιά νά μπορέσω ἐπιτέλους νά πεθάνω.

  

ΤΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Στό περίγραμμα τῆς σελήνης
βαραίνει ἡ σιωπή τῶν νεκρῶν.
Στά αἰωνίως ξέμακρα κάρα
τό τρίξιμο τῆς σούστας
ζωγραφίζει ἄγνωστα καί μακάρια
χωριά τοῦ ὕπνου.

Σάν θαλπωρή θά ἀντικρίσουν τήν αὐγή
οἱ χιονισμένοι τσιγγάνοι,
θαλπωρή ἀνοιγμένης φτερούγας πάνω ἀπ’ τή φωλιά.

Πόσο ἀπλησίαστος φαίνεται ὁ κόσμος
παρελθόν χλοερῶν χόρτων, ἕνας κάμπος.

  

ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΙΑΧΗΣ

Στό ὕψος τῆς ἰαχῆς ὅπου δέν πετάει
ἄλλη οὐράνια χαρά ἀπό τήν ὁρμή
τῶν χελιδονιῶν στούς χρωματισμένους
ἐξῶστες, ἐπιστρέφει στή σιωπή τό ρίγος της
στόν ἄνεμο ἡ πέτρα της
κι εἶναι πικρή ἡ θάλασσα τῆς τρυφερῆς ἐξορίας
πού δέν ξανοίγει τό κύμα κι ὑποχωρεῖ ἁπαλά
γιά νά μετακινήσει τή στεριά.

Καί στήν ἀκινησία εἶναι ἡ πτήση τῆς νύχτας
πού θροΐζει στά δέντρα,
ἡ ἀπώτερη ξενιτιά
πού αἰωνίως σέ πλησιάζει.
Τούς φτωχούς ὤμους σου σκέπασε θάνατος,
ἡ κρυάδα τοῦ χώματος,
ὅπως καί τά πάντα γύρω σου καθώς χάνεσαι μόνος
στρίβοντας στή νύχτα.

  

ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ

Ἡ θέα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἤρεμη σάν τό θάνατο,
ὕπτιες φτωχές νύχτες
κι ἕνα τραγούδι στό κατώφλι

νά χάνεται στόν ἄνεμο
σέ κάναν κόρη τοῦ ἔρωτα.
Σ’ ἄκουγα σάν τό ἀργό
τρεμούλιασμα στό φυλλοκάρδι

σάν ἀνάσα ἀνάμεσα στά φυλλώματα,
στή θάλασσα, σιωπή πού βάραινε
τό πρόσωπο τῆς μάνας σου, μωρό
κι αὐτή πού μόνο του μιλάει

καί χαμογελάει. Μέ τό πού γεννήθηκες
ἐσύ, τήν ἀποκατάστησες γαλήνια,
ἐνσάρκωσες τή νύχτα της
στήν ἀφθονία τοῦ στήθους.

  

ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΧΩΡΙΑ

Χαρούμενο παιδί στό δρόμο
τῆς μέρας πού περίμενε πολύ καιρό
θά εἶμαι πεθαμένος στά παιγνίδια τοῦ χωριοῦ:
πρίν πέσει ἀκόμη ἡ νύχτα
ἀπό πόρτα σέ πόρτα ἀκούγεται
ἡ γαλήνια αὔρα τῆς θάλασσας νά βουίζει.

Τό χαρούμενο παιδί ἐκεῖ πού πεθαίνουν
οἱ ἰαχές του γίνεται σκοτάδι
καί στή σιωπή βρίσκει ἄσπρη εὐωδιά
μητέρας, τήν ἀνάλαφρη ὄψη
τοῦ προσώπου της.

Ἀπομένει ζεστή ντροπή στό μέτωπο,
τίς ἐξαιρετικές
φωνές ν’ ἀφουγκράζεται πίσω ἀπό τίς πόρτες
νά τραγουδᾶνε τό χωριό μέ τά κάρα.

Για να διαβάσετε τη συνέχεια, αγοράστε το τεύχος.